Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στρίβω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

και στρίφτω και στρίφω Ν
1. συστρέφω, περιστρέφω κάτι («κι εκείνος τ' αποκρίθηκε και στρίφτει το μουστάκι», δημ. τραγούδι)
2. (αμτβ.) α) κάνω στροφή, συστρέφομαι («δεν ξέρω πώς έστριψε το τιμόνι, αφού δεν το κούνησα»)
β) αλλάζω μέτωπο, μεταβάλλω κατεύθυνση («ο δρόμος στρίβει δεξιά»)
3. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) στριμμένος, -η, -ο
(για πρόσ.) ιδιότροπος, παράξενος, δύστροπος, κακεντρεχής
4. (η προστ.) στρίβε ή στρίβε το
(επιτιμητικά) φύγε, χάσου
5. φρ. α) «στρίβω το λαρύγγι» — στραγγαλίζω
β) «του 'στρίψε η βίδα» ή απλώς «του 'στρίψε» — έχασε τα λογικά του, παραφρόνησε
γ) «στρίβω τα λόγια μου» ή «στρίβω τον λόγο μου» — ή «τά στρίβω» — αναιρώ όσα προηγουμένως είπα ή αναιρώ υπόσχεση που έδωσα, υπαναχωρώ
δ) «στρίβω τα μούτρα μου» — κάνω χαρακτηριστική κίνηση δυσφορίας ή αποδοκιμασίας
ε) «το στρίβω» ή απλώς «στρίβω» — φεύγω γρήγορα ή κρυφά
στ) «στρίβει από την κακία του [ή από το κακό του]» — βασανίζεται, υποφέρει από την κακία ή από το πείσμα του σαν να του έχουν στρίψει τα έντερα
ζ) «στριμμένο άντερο»
(για πρόσ.) στριμμένος, κακός, κακεντρεχής, δύστροπος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. έχει σχηματιστεί από τον αόρ. ἔστρεψα του στρέφω, κατά το σχήμα έτριψα: τρίβω, έθλιψα: θλίβω.