Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στύλος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

ο / στῡλος, ΝΜΑ
1. κάθε επίμηκες στερεό σώμα που χρησιμεύει κυρίως για την υποστήριξη στέγης ή τη στερέωση ενός αντικειμένου, στήλη, κίονας, κολόνα
2. μτφ. σταθερός προστάτης, ισχυρό έρεισμα (α. «ο πατέρας είναι ο στύλος της οικογένειας» β. «στῡλοι οἴκων... εἰσὶ παῑδες ἄρσενες», Ευρ.)
νεοελλ.
1. βοτ. λεπτό σωληνόμορφο τμήμα του υπέρου, του γυναικείου οργάνου του άνθους, το οποίο συνδέει το στίγμα, δηλαδή το τμήμα του υπέρου που δέχεται τη γύρη, με την ωοθήκη
2. ανατ. ονομασία διαφόρων ανατομικών σχηματισμών λόγω της ομοιότητας του σχήματός τους με το παραπάνω σώμα
3. βιολ. εξέχον και λεπτό τμήμα ορισμένων οργάνων σε διάφορα ζώα
αρχ.
1. στήλη, συνήθως ξύλινη, που δεν χρησιμοποιείται για στήριξη ενός μόνο αντικειμένου, κάθε είδους στήλη («στῡλος ἐν πρῴραις στρογγύλος εἰστήκει», Πολ.)
2. μυτερό μεταλλικό ή κοκάλινο αντικείμενο με το οποίο έγραφαν σε κηρωτή πινακίδα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. στ--λος έχει σχηματιστεί από τη μηδενισμένη βαθμίδα στ- της ρίζας του ἵστημι με παρέκταση -u/F- (που εδώ εμφανίζεται με τη φωνηεντική του μορφή -- και μάλιστα μακρό αναφορικά προς το -- της λ. σταυρός, βλ. και λ. σταυρός, στοά, στύω) και επίθημα -λο-ς (πρβλ. στήλη, σκῦ-λο-ν). Η λ. στῦλος μπορεί να συνδεθεί με τα: αρχ. ινδ. sthūnā, αβεστ. stūna- «στύλος», τα οποία εμφανίζουν επίθημα σε -η- αντί -l-. Η λ., τέλος, χρησιμοποιήθηκε στη μεταγενέστερη Ελληνική με τη σημ. «αιχμηρό αντικείμενο με το οποίο έγραφαν σε κηρωτή πινακίδα», η οποία προήλθε από τον λατ. τ. stilus (βλ. και λ. στυλ).
ΠΑΡ. στυλίδα(-ίς), στυλίδιο(ν), στυλίσκος, στυλίτης, στυλώ(-νω)
αρχ.
στυλάριον, στύλιον
αρχ.-μσν.
στυλίζω.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) στυλοβάτης, στυλοειδής
αρχ.
στυλογλύφος, στυλοπαραστάς, στυλοπινάκιον, στυλοποιός
αρχ.-μσν.
στυλοπύρ
νεοελλ.
στυλογραφία, στυλογράφος, στυλοκέφαλο, στυλόλιθος, στυλοπάτι, στυλοφόρος, στύλωψ. (Β' συνθετικό) αμφιπρόστυλος, αραιόστυλος, άστυλος, δεκάστυλος, διάστυλος, εξάστυλος, εύστυλος, οκτάστυλος, περίστυλος, πολύστυλος, πρόστυλος, πυκνόστυλος, σύστυλος, τετράστυλος, υπόστυλος
αρχ.
αυτόστυλος, δωδεκάστυλος, εκατοντάστυλος / εκατόστυλος
νεοελλ.
δίστυλος, εξώστυλος, μακρόστυλος, μονόστυλος, ομόστυλος, ορθόστυλος, τρίστυλος.