Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συαγρεσία

Δῶς μοι πᾶ στῶ καὶ τὰν γᾶν κινάσω -> Give me a place to stand on, and I will move the Earth.
Archimedes
Full diacritics: σῠαγρεσία Medium diacritics: συαγρεσία Low diacritics: συαγρεσία Capitals: ΣΥΑΓΡΕΣΙΑ
Transliteration A: syagresía Transliteration B: syagresia Transliteration C: syagresia Beta Code: suagresi/a

English (LSJ)

ἡ,

   A boar-hunt, AP6.34 (Rhian.).

German (Pape)

[Seite 960] ἡ, Fang od. Jagd der wilden Schweine, Rhian. 8 (VI, 34).

Greek (Liddell-Scott)

συαγρεσία: ἡ, (σῦς, ἄγρα) κυνήγιον ἀγριοχοίρων, Ἀνθολ. Παλατ. 6. 34.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
chasse au sanglier.
Étymologie: σῦς, ἀγρέω.

Greek Monolingual

ἡ, Α
κυνήγι αγριόχοιρου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σῦς «χοίρος» + -αγρεσία (< ἄγρα «κυνήγι»)].

Greek Monotonic

συαγρεσία: ἡ (σῦς, ἄγρα), κυνήγι αγριόχοιρων, σε Ανθ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συαγρεσία -ας, ἡ, Ion. συαγρεσίη [σῦς, ἀγρέω] jacht op wilde zwijnen.

Russian (Dvoretsky)

συαγρεσία:σῦς охота на кабанов Anth.

Middle Liddell

συ-αγρεσία, ἡ, [σῦς, ἄγρα
a boar-hunt, Anth.