Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συβόσιον

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Full diacritics: σῠβόσιον Medium diacritics: συβόσιον Low diacritics: συβόσιον Capitals: ΣΥΒΟΣΙΟΝ
Transliteration A: sybósion Transliteration B: sybosion Transliteration C: syvosion Beta Code: subo/sion

English (LSJ)

τό, (σῦς, βόσκω)

   A a herd of swine, Il.11.679= Od.14.101 (pl. -ια, with ῑ metri gr., written συβόσεια as v.l. in Il. l.c.), Plb.12.4.8, Lib.Decl.31.16.    II pigsty, Suid.

German (Pape)

[Seite 961] τό, Sanheerde, Hom. zweimal, Iliad. 11, 679 Odyss. 14. 101 συῶν συβόσια [in beiden Stellen ist ι auffallend des Verses wegen lang gebraucht]; Pol. 12, 4, 8 u. A.; bei Sp. auch = Schweinestall.

Greek (Liddell-Scott)

σῠβόσιον: τό, (σῦς, βόσκω) ἀγέλη χοίρων, Ἰλ. Λ. 679, Ὀδ. Ξ. 101 (ἐν ἀμφοτέροις τοῖς χωρίοις ἐν τῷ πληθ. συῶν συβόσια, ἔνθα τὸ μέτρον ἀπαιτεῖ συβόσεια, ὡς φαίρεται ἐν τῷ Ἀντιγράφῳ Townley), Πολύβ. 12. 4, 8. ΙΙ. χοιροστάσιον, στάβλος χοίρων, Σουΐδ., Ἡσύχ.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
troupeau de cochons.
Étymologie: σῦς, βόσκω.

English (Autenrieth)

(βόσις), pl. συβόσῖα (συβόσεια): herd of swine, pl., Il. 11.769, Od. 14.101.

Greek Monolingual

και συοβόσιον, το, τ. πληθ. συβόσεια και συβόσια, ΜΑ
χοιροστάσιο
αρχ.
αγέλη χοίρων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συβότης, άλλος τ. του συβώτης «χοιροβοσκός» + επίθημα -ιον (πρβλ. ἱπποβόσιον)].

Greek Monotonic

σῠβόσῑον: τό (σῦς, βόσκω), αγέλη χοίρων, σε Όμηρ.

Russian (Dvoretsky)

συβόσιον: τό (Hom. ῑ) βόσκω свиное стадо Hom., Polyb.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συβόσιον -ου, τό [σῦς, βόσκω] kudde zwijnen.

Middle Liddell

σῠ-βόσῑον, ου, τό, [σῦς, βόσκω
a herd of swine, Hom.