Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συγκλονισμός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

ο, Ν
1. συντάραξη, τράνταγμα
2. μτφ. ψυχική αναστάτωση, σφοδρή συγκίνηση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συγκλονίζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1880 στον Ιω. Καμπούρογλου].

Greek Monolingual

ο, Ν
1. συντάραξη, τράνταγμα
2. μτφ. ψυχική αναστάτωση, σφοδρή συγκίνηση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συγκλονίζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1880 στον Ιω. Καμπούρογλου].