Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συγκλονισμός

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

ο, Ν
1. συντάραξη, τράνταγμα
2. μτφ. ψυχική αναστάτωση, σφοδρή συγκίνηση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συγκλονίζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1880 στον Ιω. Καμπούρογλου].

Greek Monolingual

ο, Ν
1. συντάραξη, τράνταγμα
2. μτφ. ψυχική αναστάτωση, σφοδρή συγκίνηση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συγκλονίζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1880 στον Ιω. Καμπούρογλου].