Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συγχρωτίζομαι

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: συγχρωτίζομαι Medium diacritics: συγχρωτίζομαι Low diacritics: συγχρωτίζομαι Capitals: ΣΥΓΧΡΩΤΙΖΟΜΑΙ
Transliteration A: synchrōtízomai Transliteration B: synchrōtizomai Transliteration C: sygchrotizomai Beta Code: sugxrwti/zomai

English (LSJ)

Pass., A have intercourse with, have the same colour, have the same color, rub shoulders with, rub shoulders, to be in (defiling) contact with, τοῖς νεκροῖς Hecato ap.D.L.7.2, cf. Corp.Herm.10.17 (codd. Stob.), 12.10 (Act., as cj.); of sexual intercourse, Eust.1069.1.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

συγχρωτίζομαι: παθητ., = συγχρώζομαι, ἔχω σχέσιν πρός τινα, πλησιάζω αὐτόν, «Ζήνωνι γὰρ τῷ Κιττιεῖ, πυνθανομένῳ περὶ βίου, πῶς ἂν εὐδαίμων γένοιτο, ἐχρήσθη, εἰ συγχρωτίζοιτο τοῖς νεκροῖς, ὅ ἐστι τοῖς βιβλίοις τῶν ἀρχαίων» Ζήνων παρὰ Διογ. Λ. 7. 2, πρβλ. Ἰουστ. Μάρτ. Ἐπιστ. εἰς Διογ. 12· ἐπὶ σαρκικῆς μίξεως, Εὐστ. 1069. 1.

Greek Monolingual

ΝΜΑ
(αμτθ.) βρίσκομαι ή έρχομαι σε στενή σχέση με κάποιον, συναγελάζομαι, τον συναναστρέφομαι
μσν.
(σχετικά με σαρκική μίξη) συνευρίσκομαι, σμίγω ερωτικά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + χρωτίζομαι «μεταδίδω» (< χρώς, χρωτός «επιδερμίδα, χρώμα»)].

Russian (Dvoretsky)

συγχρωτίζομαι: Diog. L. = συγχρώζομαι.