Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συζητητικός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-ή, -ό / συζητητικός, -ή, -όν, ΝΑ συζητῶ
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη συζήτησησυζητητικὸς τρόπος» — ο τρόπος διεξαγωγής συζήτησης, Φιλόδ.)
νεοελλ.
1. (για πρόσ.) αυτός που έχει διαλεκτική δεινότητα, ικανός ή επιδέξιος στη συζήτηση
2. φρ. «συζητητικό σύστημα»
(πολ. δίκ.) δικονομικό σύστημα προαγωγής της διαδικασίας με επιμέλεια τών διαδίκων και όχι αυτεπαγγέλτως από τον δικαστή, σύστημα κατά το οποίο η έναρξη, η διεξαγωγή και η περαίωση της δίκης προϋποθέτει την ενεργητική συμμετοχή τών διαδίκων, οι οποίοι και πρέπει να προβαίνουν στις κατά περίπτωση προβλεπόμενες διαδικαστικές πράξεις.
επίρρ...
συζητητικώς και συζητητικά Ν
με διαλογική συζήτηση.

Greek Monolingual

-ή, -ό / συζητητικός, -ή, -όν, ΝΑ συζητῶ
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη συζήτησησυζητητικὸς τρόπος» — ο τρόπος διεξαγωγής συζήτησης, Φιλόδ.)
νεοελλ.
1. (για πρόσ.) αυτός που έχει διαλεκτική δεινότητα, ικανός ή επιδέξιος στη συζήτηση
2. φρ. «συζητητικό σύστημα»
(πολ. δίκ.) δικονομικό σύστημα προαγωγής της διαδικασίας με επιμέλεια τών διαδίκων και όχι αυτεπαγγέλτως από τον δικαστή, σύστημα κατά το οποίο η έναρξη, η διεξαγωγή και η περαίωση της δίκης προϋποθέτει την ενεργητική συμμετοχή τών διαδίκων, οι οποίοι και πρέπει να προβαίνουν στις κατά περίπτωση προβλεπόμενες διαδικαστικές πράξεις.
επίρρ...
συζητητικώς και συζητητικά Ν
με διαλογική συζήτηση.