Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συμβύω

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: συμβύω Medium diacritics: συμβύω Low diacritics: συμβύω Capitals: ΣΥΜΒΥΩ
Transliteration A: symbýō Transliteration B: symbyō Transliteration C: symvyo Beta Code: sumbu/w

English (LSJ)

A cram together or huddle together, in Pass., Ar.V.1110.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 980] (s. βύω), zusammenstopfen, οἱ δὲ πρὸς τοῖς τειχίοις ξυμβεβυσμένοι, Ar. Vesp. 1110, wo Schol. πυκνώσαντες ἑαυτοὺς καὶ κάμψαντες διὰ τὸ γῆρας erkl., es ist »dicht eingepfercht«.

Greek (Liddell-Scott)

συμβύω: μέλλ. -ύσω, συνωθῶ, στρυμώνω, οἱ δὲ πρὸς τοῖς τειχίοις ξυμβεβυσμένοι, στρυμωγμένοι, Ἀριστοφ. Σφ. 1110.

French (Bailly abrégé)

coller étroitement.
Étymologie: σύν, βύω.

Greek Monolingual

Α
(κυρίως το παθ.) συμβύομαι
συνωθούμαι, στρυμώχνομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + βύω «κλείνω, αποφράσσω»].

Greek Monotonic

συμβύω: μέλ. -ύσω, συνωθώ, στουπώνω, μπουκώνω, στριμώχνω μαζί, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

συμβύω: стискивать, сдавливать: οἱ πρὸς τοῖς τειχίοις ξυμβεβυσμένοι Arph. (плотно) прижатые к стенам.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συμβύω, Att. ook ξυμβύω opeen proppen.

Middle Liddell

fut. ύσω
to cram or huddle together, Ar.