Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνήορος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: συνήορος Medium diacritics: συνήορος Low diacritics: συνήορος Capitals: ΣΥΝΗΟΡΟΣ
Transliteration A: synḗoros Transliteration B: synēoros Transliteration C: synioros Beta Code: sunh/oros

English (LSJ)

Dor. and Trag. συνάορος, ον: (

   A συναείρω 11):—poet. Adj. linked with, wedded to, ἢ [φόρμιγξ] δαιτὶ συνήορός ἐστι θαλείῃ Od.8.99; εὐλογία φόρμιγγι σ. Pi.N.4.5; in communion with, ξυνάορον ξυναῖς γυναιξί Id.Fr.122.12.    2 abs., joined in wedlock, and as Subst., consort, whether husband, E.Or.1136 (pl.); or (as more usual) wife, ib.654, 1556, 1566, Alc.824, etc.

Greek (Liddell-Scott)

συνήορος: Δωρ. καὶ Ἀττικ. συνάορος, ον· (συναείρω)· ― ποιητ. ἐπίθετ., συνδεδεμένος πρός τινα, συνεζευγμένος μετά τινος, ἣ [[[φόρμιγξ]]] δαιτὶ συνήορός ἐστι θαλείῃ, «τουτέστιν ἥτις συνήρμοσται καὶ συνέζευκται προσεταιριζομένη τῇ εἰλαπίνῃ» (Εὐστ.), Ὀδ. Θ. 99· εὐλογία φόρμιγγι σ. Πινδ. Ν. 4. 9· ὁ κοινωνῶν μετά τινος, ξυνάορον ξυναῖς γυναιξὶ ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 87. 9. 2) ἀπολ., ὁ συνδεδεμένος διὰ τῶν δεσμῶν τοῦ γάμου, καὶ ὡς οὐσιαστ., σύζυγος, εἴτε ἀνήρ, Εὐρ. Ὀρ. 1136· εἴτε, ὅπερ συνηθέστερον, γυνή, ἡ σύζυγος, αὐτόθι 654, 1556, 1566, Ἄλκ. 824, κτλ.· πρβλ. συνωρίς· ― καθόλου, συνδεδεμένος, ἡνωμένος, Νόνν. Εὐαγγ. κ. Ἰω. 4, στίχ. 23. Πρβλ. συνήωρ.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 associé à, qui s’harmonise avec, τινι;
2 uni à ; ὁ συνήορος époux, ἡ συνήορος épouse.
Étymologie: συναείρω.
Syn. γαμετή, δάμαρ, εὐνήτρια, παράκοιτις, πάρευνος, σύγκοιτος, σύζυγος, ἄκοιτις, ἄλοχος, εὖνις², εὐνήτειρα.

English (Autenrieth)

(ἀείρω): joined with, an accompaniment to, Od. 8.99†.

Greek Monolingual

και δωρ. τ. συνάορος, -ον, Α
1. ο στενά συνδεδεμένος με κάποιον
2. (ως επίθ. και ως ουσ.) α) ο ή η σύζυγος
β) ο αδελφός ή η αδελφή
3. μτφ. αυτός που συνοδεύει κάποιον, ο σύντροφοςφόρμιγξ δαιτὶ συνήορός ἐστι θαλείῃ», Ομ. Οδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + -ᾱορος (< ετεροιωμένη βαθμίδα αορ- του θ. αερ- του ἀείρω [II] «συνδέω»), πρβλ. παρ-ήορος. Το -η του τ. οφείλεται σε έκταση λόγω συνθέσεως].

Greek Monotonic

συνήορος: Δωρ. και Αττ. συνάορος, -ον (συναείρω
1. αυτός που είναι συνδεδεμένος, δεσμευμένος, παντρεμένος με κάποιον, σύντροφος κάποιου, με δοτ., σε Ομήρ. Οδ., Πίνδ.
2. απόλ., αυτός που είναι ενωμένος με τα δεσμά του γάμου, και ως ουσ., ο ή η σύζυγος, σε Ευρ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συνήορος -ον, Dor. en trag. ξυνάορος nauw verbonden met, begeleidend, met dat. subst. m. en f. echtgenoot, echtgenote. Eur.

Russian (Dvoretsky)

συνήορος: эп.-ион. = συνάορος I.

Middle Liddell

συνήορος, δοριξ ανδ αττιξ συνάορος, ον, συναείρω
1. linked with, accompanying, c. dat., Od., Pind.
2. absol. joined in wedlock, and as Subst. a consort, Eur.