Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συναγωνιστής

Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ -> What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761
Full diacritics: συνᾰγωνιστής Medium diacritics: συναγωνιστής Low diacritics: συναγωνιστής Capitals: ΣΥΝΑΓΩΝΙΣΤΗΣ
Transliteration A: synagōnistḗs Transliteration B: synagōnistēs Transliteration C: synagonistis Beta Code: sunagwnisth/s

English (LSJ)

οῦ, Dor. -τάς, ὁ,

   A one who shares with another in a contest, fellow-combatant, Pl.Alc.1.119d, Isoc.4.142, etc.; τινος for a thing, Aeschin.2.183, 3.89, D.18.41; accomplice, confederate, Hyp.Ath.3; πρός τι Plb.10.34.2.    2 οἱ σ. those who take part in contending for the prize, Michel 1016 (Teos, ii B.C.); τραγικοὶ σ. OGI51.56 (Ptolemais, iii B.C.); of a company of Dionysiac artists, CIG3082 (Teos).    3 generally, fellow-worker, POxy.1676.36 (iii A.D.).

German (Pape)

[Seite 996] ὁ, der mit od. zusammen Ka mpsende, Beistand im Kampf, u. ähnl.; Plat. Alc. I, 119 d; Κόνωνα ἔλαβε συναγωνιστήν, Isocr. 4, 142, wie Pol. 3, 34, 2; συναγωνιστῇ χρησάμενος τῷ ποταμῷ, 3, 14, 5; καὶ συνεργός, Dem. 18, 41; vgl. Poll. 3, 12.

Greek (Liddell-Scott)

συνᾰγωνιστής: -οῦ, ὁ, ὁ συμμετέχων μετά τινος ἐν τῷ ἀγῶνι, συνεργός, σύμμαχος συμβοηθός, Πλάτ. Ἀλκ. 1. 119D, Ἰσοκρ. 70Β, Δημ. 238. 21, κτλ.· τινος, περί τινος πράγματος, Αἰσχίν. 52. 37., 66. 24, Δημ. 239. 21· πρός τι Πολύβ. 10. 34, 2. 2) οἱ συναγωνισταί, οἱ λαμβάνοντες μέρος εἰς τὸν ἀγῶνα περὶ τοῦ βραβείου, Συλλ. Ἐπιγρ. 3068Β. Ι· ἐπὶ ἑταιρείας τεχνιτῶν, αὐτόθι 3082, Ἰσοκρ. 70Β, κτλ. ― Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 415.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
qui lutte avec, auxiliaire, défenseur.
Étymologie: συναγωνίζομαι.

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ, και δωρ. τ. συναγωνιστάς Α, και θηλ. συναγωνίστρια Ν συναγωνίζομαι
αυτός που αγωνίζεται από κοινού με άλλον, αγωνιστής σε κοινό αγώνα και για κοινό σκοπό, σύμμαχος, συμμαχητής
νεοελλ.
αυτός που συναγωνίζεται κάποιον, αυτός που βρίσκεται σε άμιλλα με κάποιον
αρχ.
1. αυτός που παίρνει μέρος σε αγώνα για βραβείο
2. συνένοχος
3. φρ. «τραγικοὶ συναγωνισταί» — εταιρεία τεχνικών του θεάτρου.

Greek Monotonic

συνᾰγωνιστής: -οῦ, ὁ, αυτός που συμμετέχει σε έναν αγώνα με κάποιον, συμμαχητής, συμβοηθός, συμπολεμιστής, συνεργός, σε Πλάτ. κ.λπ.· τινος, για κάτι, σε Αισχίν., Δημ.

Russian (Dvoretsky)

συνᾰγωνιστής: οῦ ὁ соратник, союзник, помощник Plat., Isocr.: συγχρῆσθαι συναγωνιστῇ τῷ ποταμῷ Polyb. использовать реку в качестве союзника; σ. τινος Aeschin., Dem. и πρός τι Polyb. помощник в чем-л.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συνᾰγωνιστής -οῦ, ὁ [συναγωνίζω] medestrijder, medestander.

Middle Liddell

συν-ᾰγωνιστής, οῦ, ὁ,
one who shares with another in a contest, a fellow-combatant, coadjutor, Plat., etc.; τινός for a thing, Aeschin., Dem.