Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνδετικός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: συνδετικός Medium diacritics: συνδετικός Low diacritics: συνδετικός Capitals: ΣΥΝΔΕΤΙΚΟΣ
Transliteration A: syndetikós Transliteration B: syndetikos Transliteration C: syndetikos Beta Code: sundetiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A binding together, conjunctive, connective, Placit.5.18.6, etc.; τὸ σ. a bond of union, Plu. Comp.Lyc.Num.4; τὸ ἴσον -κὸν εἰς ὠφέλειαν Ph.Fr.101 H.; νεῦρα σ. Gal.13.161. Adv. -κῶς Procl. in Alc.p.52 C.    2 Gramm., conjunctive, A.D.Synt.18.13.

German (Pape)

[Seite 1006] ή, όν, zum Verbinden, Vereinigen gehörig, tauglich; Hippocr. u. Sp., wie Plut., bei dem es de plac. phil. 5, 18, dem ἀσύνδετος entgeggstzt, ein astrologischer Ausdruck ist.

Greek (Liddell-Scott)

συνδετικός: -ή, -όν, ὁ συνδέων, ὁμοῦ δένων, εἰς σύνδεσιν ἀνήκων, Πλούτ. 2. 908Β, κτλ.· τὸ συνδετικόν, ἑνωτικὸς δεσμός, ὁ αὐτ. ἐν Λυκούργου καὶ Νουμ. Συγκρ. 4 ἐν τέλει· ― νεῦρα σ., = σύνδεσμα, Γαλην. 2) παρὰ γραμματ., συμπλεκτικός, Ἀπολλών. π. Συντάξ. 23.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
1 qui sert à lier ensemble ; lien;
2 qui concerne la conjonction de deux astres;
3 t. de gramm. coordonnant.
Étymologie: συνδέω.

Greek Monolingual

-ή, -ό / συνδετικός, -ή, -όν, ΝΜΑ συνδέω
1. αυτός που χρησιμεύει στη σύνδεση δύο ή περισσότερων πραγμάτων ή ο κατάλληλος για την παραπάνω σύνδεση (α. «συνδετικός ιστός» β. «νεῡρα συνδετικά», Γαλ.)
2. γραμμ. συμπλεκτικός
νεοελλ.
1. το ουδ. ως ουσ. το συνδετικό
(ενν. ρήμα) ρήμα το οποίο συνδέει το υποκείμενο με το κατηγορούμενο της προτάσεως, όπως λ.χ. είναι το ἐστὶ της αρχαίας και το είναι της νεοελληνικής
2. φρ. α) «συνδετικά υλικά» — ουσίες, φυσικές ή συνθετικές, ικανές να συγκρατούν διάφορα υλικά ενωμένα μεταξύ τους με επιφανειακή συνάφεια, όπως είναι λ.χ. η άσφαλτος, το τσιμέντο, οι διάφορες κόλλες, οι ρητίνες, το κερί, οι ξυλόπισσες κ.ά.
β) «συνδετικός ιστός»
i) ζωολ. κάθε ιστός του σώματος ενός ζώου, ο οποίος είτε διατηρεί τη μορφή του σώματος και το στηρίζει, είτε στηρίζει ή συνδέει τους άλλους ιστούς του οργανισμού
ii) ανατ. ετερογενής ομάδα ιστών οι οποίοι αποτελούνται από θεμέλια ουσία που περιέχει ίνες και κύτταρα διαφόρων τύπων, προέρχονται από το μεσέγχυμα, και έχουν ως γενική λειτουργία τους τη διατήρηση της δομικής ακεραιότητας τών οργάνων και διασφάλιση της συνοχής και εσωτερικής στήριξης του σώματος ως συνόλου
γ) «συνδετική ράβδος»
ναυτ. ο συνδέτης
αρχ.
το ουδ. ως ουσ. ο ενωτικός δεσμός.
επίρρ...
συνδετικῶς Α
με σύνδεση, με ένωση.

Russian (Dvoretsky)

συνδετικός: связующий, соединительный Plut.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συνδετικός -ή -όν [συνδέω] samenbindend, verbindend; subst. τὸ συνδετικόν het samenbindende (element).