Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνεπής

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

-ές, Ν
1. ο σύμφωνος με ένα δεδομένο που προϋπάρχει, ο λογικώς επόμενος («τα έργα του δεν είναι συνεπή προς τα λόγια του»)
2. (για πρόσ.) αυτός που τηρεί τις υποσχέσεις του, αυτός που κρατάει τον λόγο του, ο πιστός στις υποχρεώσεις ή στο καθήκον του.
επίρρ...
συνεπώς Ν
επομένως, κατά συνέπεια, κατ' ακολουθία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + -επής (< ἔπος). Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στο Λεξικόν Ελληνογαλλικόν του Άγγ. Βλάχου].

Greek Monolingual

-ές, Ν
1. ο σύμφωνος με ένα δεδομένο που προϋπάρχει, ο λογικώς επόμενος («τα έργα του δεν είναι συνεπή προς τα λόγια του»)
2. (για πρόσ.) αυτός που τηρεί τις υποσχέσεις του, αυτός που κρατάει τον λόγο του, ο πιστός στις υποχρεώσεις ή στο καθήκον του.
επίρρ...
συνεπώς Ν
επομένως, κατά συνέπεια, κατ' ακολουθία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + -επής (< ἔπος). Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στο Λεξικόν Ελληνογαλλικόν του Άγγ. Βλάχου].