Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνεχίζω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: συνεχίζω Medium diacritics: συνεχίζω Low diacritics: συνεχίζω Capitals: ΣΥΝΕΧΙΖΩ
Transliteration A: synechízō Transliteration B: synechizō Transliteration C: synechizo Beta Code: sunexi/zw

English (LSJ)

(συνεχής)

   A persist, ἔν τινι Metrod.Herc.831.8: c. part., Phld.Mus.p.23 K.: abs., Id.Oec.p.70 J., Rh.1.150 S.; make continuous, Dam.Pr.112; ἀναπνοὴ -ίζουσα respiration which leaves no intervals, rapid, Herod.Med. in Rh.Mus.58.70.

Greek (Liddell-Scott)

συνεχίζω: (συνεχὴς) ποιῶ συνεχές, συνάπτω, συνδέω, συνενώνω, Ἰω. Ἀκτουάρ. περὶ Διαγνώσ. ἐν Ideler Phys. 2. 365, Βυζ. ― Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ., σ. 82, Χ. Χαριτωνίδου Ποικίλα Φιλολογικὰ τομ. Αϳ, σ. 196.

Greek Monolingual

ΝΜΑ συνεχής
νεοελλ.
(αμτβ.)
1. (για γεγονότα, καταστάσεις ή καιρικά φαινόμενα) εξακολουθώ να γίνομαι ή να υπάρχω (α. «η απεργία συνεχίζεται» β. «η κακοκαιρία θα συνεχιστεί και αύριο»)
2. (στο γ' εν. πρόσ.) συνεχίζεται
(για ανάγνωσμα ή τηλεοπτική σειρά) ακολουθεί η συνέχεια του ίδιου έργου
νεοελλ.-μσν.
εξακολουθώ χωρίς διακοπή να κάνω αυτό που εκτελούσα και προηγουμένωςσυνεχίζω τις προσπάθειες μου για να πετύχω στο πανεπιστήμιο»)
μσν.
(για χώρο) βρίσκομαι σε συνοχή, επικοινωνώ
μσν.-αρχ.
κάνω κάτι συνεχές με κάτι άλλο, συνδέω, συνάπτω
αρχ.
εμμένω σε κάτι, μένω σταθερός σε κάτι.