Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνθέτω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

Ν
1. συνδέω αρμονικά πολλά επιμέρους τμήματα για τη συγκρότηση ενός συνόλου
2. γράφω τη μελωδία μουσικού έργου
3. συγγράφω λογοτεχνικό έργο
4. (τυπογρ.) στοιχειοθετώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. συν-θετ- του συν-τίθ-ημι (πρβλ. σύνθεσις, σύνθετος), βλ. και λ. θέτω].