Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνθηκολογώ

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e

Greek Monolingual

Ν
1. θέτω τέρμα σε διαμάχη ή σε πόλεμο, συνάπτω συνθήκη ειρήνης, συμβιβάζομαι
2. στρ. κάνω συνθηκολόγηση
3. μτφ. προδίδω τις αρχές μου
4. φρ. «συνθηκολογεί με τη συνείδησή του»
μτφ. εφευρίσκει δικαιολογίες προκειμένου να καθησυχάσει τις τύψεις της συνείδησής του.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συνθήκη + -λογώ. Το ρ. μαρτυρείται από το 1826 στον Νικόλ. Σπηλιάδη].