Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνθηκολογώ

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

Ν
1. θέτω τέρμα σε διαμάχη ή σε πόλεμο, συνάπτω συνθήκη ειρήνης, συμβιβάζομαι
2. στρ. κάνω συνθηκολόγηση
3. μτφ. προδίδω τις αρχές μου
4. φρ. «συνθηκολογεί με τη συνείδησή του»
μτφ. εφευρίσκει δικαιολογίες προκειμένου να καθησυχάσει τις τύψεις της συνείδησής του.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συνθήκη + -λογώ. Το ρ. μαρτυρείται από το 1826 στον Νικόλ. Σπηλιάδη].