Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνομοταξία

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η, Ν
1. βιολ. παλαιότερη ονομασία ανώτατης ιεραρχικής κατηγορίας ταξινόμησης τών ζώων
2. μτφ. (με κακή σημ.) σύνολο ανθρώπων με κοινές ιδιότητες ή κοινούς σκοπούς («ανήκει στη συνομοταξία τών μονίμως παραπονουμένων»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + ομοταξία «βιολ. ταξινομική ομάδα ζώων ή φυτών». Η λ. μαρτυρείται από το 1873 στον Αιμ. Νοννότη].