Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συντέμνω

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. → Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: συντέμνω Medium diacritics: συντέμνω Low diacritics: συντέμνω Capitals: ΣΥΝΤΕΜΝΩ
Transliteration A: syntémnō Transliteration B: syntemnō Transliteration C: syntemno Beta Code: sunte/mnw

English (LSJ)

Ion. συντάμνω Hdt.7.123: fut. συντεμῶ: aor. συνέτεμον:—A cut down, cut short, ξ. τὰς πρῴρας ἐς ἔλασσον Th.7.36; σ. χιτῶνας cut out, shape them, X.Cyr.8.2.5; συντέμνει δ' ὅρος ὑγρᾶς θαλάσσης the sea cuts short, terminates (my realm), A.Supp.258; σ. τὰς πλεκτάνας cut them off, Alex.187, cf. 84. 2 metaph., εἰς ἓν . . πάντα τὰ μέλη ξυντεμῶ Ar.Ra.1262; τὸν ἐνιαυτὸν σ. εἰς μῆν' ἕνα Philippid.25.1; τιμὰς ξ. abridge them, A.Eu.227; πόνους E.Rh.450:—Med., πάντα τοι ξυντέμνεται Κύπρις . . βουλεύματα S.Fr.941.16. 3 especially of expenses, σ. τὴν μισθοφοράν Th.8.45; σ. τὰς δαπάνας εἰς τὰ καθ' ἡμέραν cut down one's expenses to one's daily wants, X.Hier.4.9:—Pass., εἰ . . ἐς εὐτέλειάν τι ξυντέτμηται (v. εὐτέλεια ΙΙ) Th.8.86; συντμηθῆναι τὴν σύνταξιν that my allowance has been cut down, PCair.Zen.577.11 (iii B.C.). 4 of persons, cut them off, συντέμνουσι γὰρ θεῶν . . τοὺς κακόφρονας Βλάβαι S.Ant.1103. 5 divide logically, Pl.Sph. 227d, Plt.261a. II of speech, ἐν βραχεῖ πολλοὺς λόγους Ar. Th.178, cf. Aeschin.2.31; σύντεμνέ μοι τὰς ἀποκρίσεις καὶ βραχυτέρας ποίει Pl.Prt.334d: then (λόγον being omitted), cut the matter short, speak briefly, ὡς δὲ συντέμω E.Tr.441; ἅπαντα συντεμὼν φράσω Id.Hec.1180; σύντεμνε cut short, make an end, Mnesim.3.4; οἶνον εἰπὲ συντεμών Antiph.52.12; συντεμόντι, like συνελόντι εἰπεῖν, in brief, Anaxil.22.30: also ς. (sc. τὴν ὁδόν) cut the way short, cut across, σ. ἀπ' Ἀμπέλου ἄκρης ἐπὶ Καναστραῖον ἄκρην Hdt.7.123. III intr., τοῦ χρόνου συντάμνοντος as the time became short, Id.5.41. IV hew out, καινὴν . . καὶ ἐρήμην ἀνοδίαν Porph.Chr.1. V cut together, join by an incision, ἵνα συντμηθῇ πάντα καὶ γένηται μία ἕλκωσις Heliod. ap. Orib.44.23.69.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

συντέμνω: Ἰωνικ. -τάμνω, Ἡρόδ.· μέλλ. -τεμῶ· ἀόρ. -έτεμον. Τέμνω εἰς τεμάχια, κατακόπτω, Πλάτ. Πολιτικ. 261Α. ΙΙ. περικόπτω, Λατ. concilere, συντ. τὰς πρῴρας ἐς ἔλασσον Θουκ. 7. 36. σ. χιτῶνας, περικόπτω, σχηματίζω, Ξεν. Κύρ. 8. 2, 5· ξυντέμνει δ’ ὅρος ὑγρᾶς θαλάσσης, ἡ θάλασσα περικόπτει, περιορίζει (τὸ κράτος μου), Αἰσχύλ. Ἱκέτ. 258· σ. τὰς πλεκτάνας, ἀποκόπτω, Ἄλεξ. «Πον.» 3, πρβλ. «Ἐρετρ.» 1. 2) μεταφορ., εἰς ἕν... πάντα τὰ μέλη ξυντεμῶ Ἀριστοφ. Βάτρ. 1262 τὸν ἐνιαυτὸν σ. εἰς μῆν’ ἕνα Φιλιππίδ. ἐν Ἀδήλ. 1· ξ. τιμάς, περικόπτω, ἐλαττώνω, σμικρύνω, Αἰσχύλ. Εὐμ. 227· πόνους Εὐρ. Ρήσ. 450· οὕτως ἐν τῷ μέσ. τύπῳ, πάντα τοι ξυντέμνεται Κύπρις... βουλεύματα Σοφ. Ἀποσπ. 678. 16. 3) μάλιστα ἐπὶ δαπάνης, σ. τὴν μισθοφορὰν Θουκ. 8. 45· σ. τὰς δαπάνας εἰς τὰ καθ’ ἡμέραν, περικόπτω τὰς δαπάνας μου εἰς τὰς καθ’ ἡμέραν ἀνάγκας μου, περιορίζω, Ξεν. Ἱέρ. 4. 9. ― Παθητ., εἰ… ἐς εὐτέλειαν συντέτμηταί τι (ἴδε εὐτέλεια ΙΙ), Θουκ. 8. 86. 4) ἐπὶ προσώπων, ἀποκόπτω τινά, ἀπορρίπτω, συντέμνουσι γὰρ θεῶν… τοὺς κακόφρονας βλάβαι Σοφ. Ἀντ. 1103. 5) διαιρῶ λογικῶς, Πλάτ. Σοφ. 227D, Πολιτικ. 261Α. ΙΙΙ. ἐπὶ γλώσσης, σ. πολλοὺς ἐν βραχεῖ λόγους Ἀριστοφ. Θεσμ. 178, πρβλ. Αἰσχίν. 32. 23· σύντεμνέ μοι τὰς ἀποκρίσεις καὶ βραχυτέρας ποίει Πλάτ. Πρωτ. 334D· ὅθεν (παραλειπομένου τοῦ λόγον), συντόμως λέγω, περικόπτω τὴν ὑπόθεσιν, ἐν συντομίᾳ λέγω, ὡς δὲ συντέμω Εὐρ. Τρῳ. 441· ἅπαντα συντεμὼν φράσω ὁ αὐτ. ἐν Ἑκ. 1180· σύντεμνε, κάμε σύντομα, φέρε εἰς πέρας, Μνησὶμ. ἐν «Δυσκόλῳ» 1. 4· οἶνον εἶπε συντεμὼν Ἀντιφ. ἐν «Ἀφροδισίῳ» 1. 12· συντεμόντι, ὡς τὸ συνελόντι εἰπεῖν, συντόμως, βραχέως, Ἀναξίλ. ἐν «Νεοττίδι» 1. 30: οὕτω προσέτι, συντ. (δηλ. τὴν ὁδόν), συντομεύω τὸν δρόμον, σ. ἀπ. Ἀμπέλου ἄκρης ἐπὶ Καναστραίην ἄκρην Ἡρόδ. 7. 123. IV. ὄντως ἀμεταβ., συγκόπτομαι συντέμνομαι, σύντομος γίνομαι, περιορίζομαι, τοῦ χρόνου συντάμνοντος, συντομωτέρου γινομένου, ἐλαττουμένου, Λατ. instante tempore, Ἡρόδ. 5. 41· πρβλ. σύντομος ΙΙ.

French (Bailly abrégé)

couper sur la masse, diminuer en coupant, tailler, rogner, réduire : σ. τὰς δαπάνας XÉN réduire les dépenses ; σ. λόγους AR abréger un discours ; particul. :
1 avec idée de lieu abréger, couper court, prendre le plus court chemin;
2 avec idée de temps serrer de près : τοῦ χρόνου συντάμνοντος (ion.) HDT le temps pressant;
3 en gén. couper, supprimer, détruire.
Étymologie: σύν, τέμνω.

English (Strong)

from σύν and the base of τομώτερος; to contract by cutting, i.e. (figuratively) do concisely (speedily): (cut) short.

English (Thayer)

perfect passive participle συντετμημενος; from Aeschylus and Herodotus down;
1. to cut to pieces (cf. σύν, II:3).
2. to cut short; metaphorically, to despatch briefly, execute or finish quickly; to hasten (συντέμνειν namely, τήν ὁδόν, to take a short cut, go the shortest way, Herodotus 7,123; namely, τόν λόγον, to speak briefly, Euripides, Tro. 441; τάς ἀποκρισεις, to abridge, sum up, Plato, Prot., p. 334d.; ἐν βραχεῖ πολλούς λόγους, Aristophanes Thesm. 178): λόγον (which see I:2b. α.), to bring a prophecy or decree speedily to accomplishment, λόγος συντετμημενος, a short word, i. e. an expedited prophecy or decree, ibid. (R G Tr marginal reading in brackets) (both instances from the Sept. of Isaiah 10:23); cf. Fritzsche at the passage, vol. ii, p. 350.

Greek Monolingual

ΝΜΑ, και αττ. τ. ξυντέμνω και ιων. τ. συντάμνω Α τέμνω
μτφ. α) περιστέλλω, περιορίζω, περικόπτω
β) (σχετικά με λόγο) συντομεύω
νεοελλ.
(το θηλ. της μτχ. ενεστ. ως ουσ.) η συντέμνουσα
μαθ. τριγωνομετρική συνάρτηση που αντιστοιχίζει σε κάθε γωνία έναν αριθμό ίσον με την τέμνουσα του συμπληρώματος της γωνίας
αρχ.
1. κόβω σε κομμάτια, κατακομματιάζω
2. διαιρώ κάτι σε τμήματα, ώστε να γίνει μικρότερο
3. δίνω σχήμα σε κάτι κόβοντάς το
4. αποκόπτω συγχρόνως
5. ελαττώνω, μειώνω («συντεμὼν τοὺς σοὺς πόνους», Ευρ.)
6. (σχετικά με πρόσωπο) απορρίπτω, αποβάλλω («συντέμνουσι γὰρ θεῶν... τοὺς κακόφρονας βλάβαι», Σοφ.)
7. διηγούμαι εν συντομία
8. χαράζω, ανοίγω δρόμο («καινὴν... καὶ ἐρήμην ἀνοδίαν συντεμνειν», Πορφ.)
9. (σχετικά με δρόμο) καθιστώ πιο σύντομο
10. ενώνω με εγκοπή
11. διαιρώ λογικά
12. (η προστ. ενεστ.) συντεμνε
λέγε ή κάνε γρήγορα, συντόμευε
13. (η μτχ. β' ενεργ. αορ. ως επίρρ.) συντεμόντι- σύντομα, εν συντομία.

Greek Monotonic

συντέμνω: Ιων. τάμνω, μέλ. -τεμῶ, αόρ. βʹ -έτεμον, απαρ. -τεμεῖν·
I. 1. κόβω σε κομμάτια, κομματιάζω, κατακόβω, περικόπτω, ελαττώνω, λιγοστεύω, Λατ. concīdere, σε Θουκ.· μεταφ., συγκόπτω, βραχύνω, μειώνω, ελαττώνω, σμικρύνω, σε Αισχύλ., Αριστοφ.· ιδίως λέγεται για δαπάνες, σε Θουκ., Ξεν.· λέγεται για ανθρώπους, αποκλείω, απορρίπτω, αποδοκιμάζω, σε Σοφ.
2. συντέμνω χιτῶνας, περικόπτω το ύφασμα ώστε να σχηματίσει χιτώνα, φτιάχνω χιτώνα κόβοντας αναλόγως το ύφασμα, σε Ξεν.
II. φαινομενικά, αμτβ. (ενν. ὁδόν), συντομεύω τον δρόμο, κόβω δρόμο, σε Ηρόδ.· ομοίως λέγεται για ομιλία, περιορίζω την ανάπτυξη του λόγου μου, μιλώ με συντομία, περιληπτικά, σε Ευρ.
III. αμτβ., τοῦ χρόνου συντάμνοντας, καθώς ο χρόνος περιορίστηκε, συντομεύθηκε, λιγόστεψε, σε Ηρόδ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συντέμνω, Att. ook ξυντέμνω [σύν, τέμνω] door snijden verkleinen:; ξ. τὰς πρῴρας τῶν νεῶν ἐς ἔλασσον de voorstevens van de schepen afzagen en verkorten Thuc. 7.36.2; bijsnijden:; σ. χιτῶνας leer voor schoenen snijden Xen. Cyr. 8.2.5; overdr. besnoeien, beperken:; συντέμνει δ ’ ὅρος... θαλάσσης de grens van de zee beperkt (mijn rijk) Aeschl. Suppl. 258; abs. afsnijden:; σ. ἀπ ’ Ἀμπέλου ἄκρης de weg afsnijden vanaf kaap Ampelos Hdt. 7.123.1; bekorten:; ὡς δὲ συντέμω om kort te gaan Eur. Tr. 441; ἐν βραχεῖ πολλοὺς … συντέμνειν λόγους in het kort een lang verhaal samenvatten Aristoph. Th. 178; bezuinigen:. τὴν μισθοφορήν ξυνέτεμεν hij verlaagde de soldij Thuc. 8.45.2; εἰς εὐτέλειάν τι ξυντέτμηται er is bezuinigd om te besparen Thuc. 8.86.6.

Russian (Dvoretsky)

συντέμνω: ион. συντάμνω
1) разрезывать, рассекать на части, расчленять Plat.;
2) обрезывать: σ. τι ἐς ἔλασσον Thuc. укорачивать что-л.;
3) кроить, выкраивать (χιτῶνας Xen.);
4) умалять (τιμάς τινος λόγῳ Aesch.);
5) урезывать, сокращать (τὴν μισθοφοράν Thuc.; τὰς δαπάνας Xen.): σ. πολλοὺς ἐν βραχεῖ λόγους Arph. в кратких словах выражать много мыслей; εἰς ἓν ξ. τι Arph. сводить что-л. к одному;
6) ставить предел, заканчивать, завершать (πόνους Eur.; λόγον τι συντελεῖν καὶ σ. NT): ξυντέμνει ὅρος θαλάσσης Aesch. гора упирается в море;
7) (sc. λόγον) сжато излагать, формулировать вкратце (τὰς ἀποκρίσεις Plat.): ὡς δὲ συντέμνω Eur. или ἵνα συντέμνω Dem. коротко говоря;
8) (sc. ὁδόν) направляться кратчайшим путем, идти напрямик (ἀπό τινος ἐπί τι Her.);
9) быстро настигать, догонять (τινά Soph.);
10) быть на исходе: τοῦ χρόνου συντάμνοντος Her. когда пришла пора.

Middle Liddell

[from συντελής ionic -τάμνω fut. -τεμῶ aor2 -έτεμον aor2 inf. -τεμεῖν
I. to cut in pieces: to cut down, cut short, Lat. conci_dere, Thuc.:—metaph. to curtail, abridge, Aesch., Ar.:—esp. of expenses, Thuc., Xen.: of persons, to cut off, Soph.
2. ς. χιτῶνας to cut out, shape them, Xen.
II. seemingly intr. (sub. ὁδόν) to cut the road short, cut across, Hdt.:—so, of speech, to cut the matter short, speak briefly, Eur.
III. really intr., τοῦ χρόνου συντάμνοντος as the time became short, Hdt.

Chinese

原文音譯:suntšmnw 尋-天挪
詞類次數:動詞(2)
原文字根:共同-切
字義溯源:用割切來收縮,迅速的,速速完結,縮結;由(σύν / συνεπίσκοπος)*=同)與(τομός)=更鋒利)組成,而 (τομός)出自(τελωνεῖον / τελώνιον)X*=割)
出現次數:總共(1);羅(1)
譯字彙編
1) 迅速的(1) 羅9:28