Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνταράσσω

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: συντᾰράσσω Medium diacritics: συνταράσσω Low diacritics: συνταράσσω Capitals: ΣΥΝΤΑΡΑΣΣΩ
Transliteration A: syntarássō Transliteration B: syntarassō Transliteration C: syntarasso Beta Code: suntara/ssw

English (LSJ)

Att. συνταράττω,

   A throw into confusion or disorder, σὺν δ' ἵππους ἐτάραξε Il.8.86; σὺν δ' ἡμῖν δαῖτα ταρ. 1.579; τὴν κρήνην σ. καὶ συνέχωσαν Hdt.9.49, cf. Arist.HA596a1; σ. τὴν Ἑλλάδα Hdt.3.138; τιμὰς τὰς ἐούσας σ. alter them, Id.1.59; σ. πόλιν E.Heracl.378 (lyr.), And.1.68; πρὸς ἀλλήλας τὰς πόλεις Aeschin.2.106; τὸ στρατόπεδον Isoc.4.147; σ. ἅπαντα confound all arguments, Ar.Nu.1037; τὰ πράγματα D.24.44; τὴν εὐπρέπειαν Id.61.12; ἑαυτούς Epicur.Sent. 37; τὰς αἰσθήσεις ib.24:—Pass., ξυντετάρακται αἰθὴρ πόντῳ air is confounded with sea, A.Pr.1088 (anap.); to be thrown into confusion, of soldiers, Th.7.81; of social order, συνταράσσονται πόλεις S.Ant. 1080, cf. E.IT557, X.HG3.4.7, etc.; ξυνταραχθέντος τοῦ βίου τῇ πόλει Th.3.84; νόμοι πάντες ξυνεταράχθησαν all established customs were disturbed, Id.2.52; ὁ τῆς πόλεως καὶ τῶν νόμων κόσμος D.25.19; of plans, to be upset, Hdt.5.65: metaph. of persons, to be confounded, troubled, τῷ θανάτῳ τοῦ παιδὸς συντεταραγμένος Id.1.44; συνταραχθεὶς ὑπὸ νόσων Pl.Lg.798a; τί συντετάραξαι; Ar.Lys.7.    II c. acc. rei, σ. πόλεμον stir up war, Plb.4.14.4, Plu.Arist.20.

Greek (Liddell-Scott)

συντᾰράσσω: Ἀττικ. -ττω· μέλλ. -ξω. Ταράσσω ὁμοῦ, εἰς σύγχυσιν ἐμβάλλω, διαταράσσω, ἀνακατεύω, κάμνω ἄνω κάτω, Λατιν. conturbare, σὺν δ’ ἵππους ἐτάραξε Ἰλ. Θ. 86 σὺν δ’ ἡμῖν δαῖτα ταρ. Α. 579· συν. τὴν κρήνην, διαταράσσω τὸ ὕδωρ τῆς κρήνης, Ἡρόδ. 9. 49, πρβλ. Ἀριστ. περὶ τὰ Ζ. Ἱστ. 8. 8, 2· σ. τὴν Ἑλλάδα Ἡρόδ. 3. 138· τιμὰς τὰς ἐούσας συνταράσσω, μεταβάλλω αὐτάς, ὁ αὐτ. 1. 59· σ. πόλιν Εὐρ. Ἡρακλ. 378, Ἀνδοκ. 9. 49· τὰς πόλεις πρὸς ἀλλήλας Αἰσχίν. 42. 8· τὸ στρατόπεδον Ἰσοκρ. 71C· σ. πάντα, συγχέω πάντα τὰ ἐπιχειρήματα, Ἀριστοφ. Νεφ. 1037· τὰ πράγματα Δημ. 714. 26· τὴν εὐπρέπειαν ὁ αὐτ. 1404. 24, κτλ. ― Πᾳθ., αἰθὴρ πόντῳ ξυντετάρακται Αἰσχύλ. Προμ. 1088· ἐμπίπτω εἰς σύγχυσιν, ἐπὶ στρατιωτῶν, Θουκ. 7. 81· ἐπὶ διαταράξεως τῆς κοινωνικῆς τάξεως, συνταράσσονται πόλεις Σοφ. Ἀντ. 1080, πρβλ. Εὐρ. Ι. Τ. 557, Ξεν., κλπ.· συνταραχθέντος τοῦ βίου τῇ πόλει Θουκ. 3. 84· νόμοι πάντες ξυνεταράχθησαν, ἐπῆλθε σύγχυσις καὶ ἀνατροπὴ παντὸς νόμου, ὁ αὐτ. 2. 52· σ. ὁ τῶν νόμων κόσμος Δημ. 775. 18· ἐπὶ ὑπολογισμῶν, συγχέομαι, εἰς σύγχυσιν ἐμπίπτω, Ἡρόδ. 5. 65· ― μεταφορ., ἐπὶ προσώπων, συντεταραγμένος τῷ θανάτῳ ὁ αὐτ. 1. 44· συνταραχθεὶς ὑπὸ νόσων Πλάτ. Νόμ. 798Α· τί συντετάραξαι; Ἀριστοφ. Λυσ. 7. ΙΙ. μετ’ αἰτ. πράγματ., συνταράσσω πόλεμον, ἀνακινῶ πόλεμον, Πολύβ. 4. 14, 4, Πλουτ. Ἀριστείδ. 20.

French (Bailly abrégé)

1 troubler profondément : κρήνην HDT l’eau d’une source ; fig. τὴν Ἑλλάδα la Grèce ; Pass. σ. τῷ θανάτῳ HDT être bouleversé par la mort (de son fils);
2 exciter en troublant, en agitant : πόλεμον faire éclater une guerre ; τὰς πόλεις πρὸς ἀλλήλας ESCHN exciter les cités les unes contre les autres;
3 troubler en mêlant une chose avec une autre ; Pass. αἰθὴρ πόντῳ ξυντετάρακται ESCHL le ciel est confondu avec la mer dans un bouleversement.
Étymologie: σύν, ταράσσω.

Greek Monolingual

ΝΑ, και συνταράζω Ν, και αττ. τ. συνταράττω Α ταράσσω
1. προξενώ αναταραχή, διαταράσσω, ανακατεύω, κάνω άνω κάτω
2. προκαλώ μεγάλη ψυχική ταραχή, συγκλονίζω (α. «τον συντάραξαν οι καινούργιες ειδήσεις» β. «τῷ θανάτῳ τοῡ παιδὸς συντεταραγμένος», Ηρόδ.)
αρχ.
1. συγχέωσυνταράσσω πάντα», Αριστοφ.)
2. μεταβάλλω με ανατάραξη, με ανακάτεμα, με ανάμιξηοὔτε τὰς τιμὰς ἐούσας συνταράξας οὔτε θέσμια μεταλλάξας», Ηρόδ.)
3. (το μέσ. και παθ.) συνταράσσομαι
α) υφίσταμαι διατάραξη της κοινωνικής τάξης
β) (για στρατιώτες) περιέρχομαι σε κατάσταση σύγχυσης
γ) (για νόμο) ανατρέπομαι («νόμοι πάντες ξυνεταράχθησαν», Θουκ.)
4. φρ. «συνταράσσω πόλεμον» — εγείρω πόλεμο, κηρύσσω πόλεμο (Πολ.).

Greek Monotonic

συντᾰράσσω: Αττ. -ττω, μέλ. -ξω, προκαλώ γενική αναταραχή, σύγχυση, αναταράζω, ανακατεύω, διασαλεύω, αναστατώνω, συνταράζω, ταρακουνώ, συγκλονίζω, Λατ. conturbare, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ., Αττ. — Παθ., αἰθὴρπόντῳ συντετάρακται, ο αέρας έχει ανακατευτεί με τη θάλασσα, σε Αισχύλ. περιέρχομαι σε σύγχυση, τρομάζω, σαστίζω, λέγεται για στρατιώτες, σε Θουκ.· επίσης λέγεται για τη διασάλευση της κοινωνικής τάξης, σε Σοφ., Θουκ.· μεταφ. λέγεται για πρόσωπα, βρίσκομαι σε σύγχυση, έχω μεγάλη ταραχή, είμαι πολύ στενοχωρημένος, συγκλονισμένος, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

συντᾰράσσω: атт. συντᾰράττω
1) взбалтывать, мутить (τὴν κρήνην Her.);
2) приводить в замешательство, повергать в смятение (ἵππους Hom.; τὴν στρατιὰν ἅπασαν Plut.): οἱ μετὰ τοῦ Δημοσθένους ξυνεταράχθησαν Thuc. солдаты Демосфена были приведены в замешательство;
3) приводить в беспорядок, расстраивать, возмущать или ниспровергать (τὴν Ἑλλάδα Her.; τὰς πόλεις πρὸς ἀλλήλας Aeschin.): νόμοι πάντες ξυνεταράχθησαν Thuc. все (прежние) обычаи были разрушены; συνταραχθεὶς οἶκος Eur. погибший дом (Агамемнона); τί συντετάραξαι; Arph. чем ты расстроен(а)?; συνταραχθεὶς ὑπὸ νόσων Plat. терзаемый болезнями; ἅπαντα ἐναντίαις γνώμαισι συνταράξαι Arph. опровергнуть все доводы;
4) смешивать (αἰθὴρ πόντῳ ξυντετάρακται Aesch.);
5) возбуждать, разжигать (πόλεμον Polyb., Plut.).

Middle Liddell

attic -ττω fut. ξω
to throw all together into confusion, to confound, disturb, trouble, Lat. conturbare, Il., Hdt., attic:—Pass., αἰθὴρ πόντῳ ξυντετάρακται air is confounded with sea, Aesch.: to be thrown into confusion, of soldiers, Thuc.; of social order, Soph., Thuc.; metaph. of persons, to be confounded, greatly troubled, much distressed, Hdt.

Chinese

原文音譯:suspar£ssw 需-士爬拉所
詞類次數:動詞(1)
原文字根:共同-抽痙
字義溯源:徹底的扯破,重重抽瘋,抽瘋,全身發作;由(σύν / συνεπίσκοπος)*=同)與(σπαράσσω)=撕裂)組成,而 (σπαράσσω)出自(σπάω)*=抽,拉)。參讀 (διαρήγνυμι / διαρήσσω / διαρρήγνυμι)同義字
出現次數:總共(1);路(1)
譯字彙編
1) 抽瘋(1) 路9:42