Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συνᾴδω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: συνᾴδω Medium diacritics: συνᾴδω Low diacritics: συνάδω Capitals: ΣΥΝΑΔΩ
Transliteration A: synā́idō Transliteration B: synadō Transliteration C: synado Beta Code: suna/|dw

English (LSJ)

   A = συναείδω (q. v.), sing with or together, accompany in a song, μετά τινων τὸν παιᾶνα Aeschin.2.163; σ. παιᾶνά τινι ib.162; σ. ᾠδάν Ar.Av.858 (lyr.); also of an instrument, Plu.Alc.2: metaph., Id.2.55d.    2 generally, to be in accord with, agree with, τινι Ar. Lys.1088, Pl.Phd.92c, etc.; ταὐτόν Id.R.432a; ἐν μακρῷ γήρᾳ ξ. τινί S.OT1113: abs., to be in unison, opp. διᾴδειν, Heraclit.10, cf. Pl. Prt.333a.    II trans., sing of or celebrate together, τινα Theoc. 10.24.

Greek (Liddell-Scott)

συνᾴδω: μέλλ. -ᾴσομαι, ᾄδω μετά τινος ἢ ὁμοῦ, συνοδεύω τὸ ᾆσμα, Αἰσχίν. 50. 3· συνᾳδέτω δὲ Χαῖρις ᾠδὰν Ἀριστοφ. Ὄρν. 858· σ. παιᾶνά τινι ἢ μετά τινος Αἰσχίν. 49. 42., 50. 7· ὡσαύτως ἐπὶ μουσικῶν ὀργάνων, Πλούτ. Ἀλκ. 2. 2) καθόλου εἶμαι ἐν συμφωνίᾳ ἢ ἁρμονίᾳ μετά τινος, συμφωνῶ τινι αὕτη ξυνᾴδει χἀτέρᾳ ταύτῃ νόσος Ἀριστοφάν. Λυσ. 1088, Πλάτ. Φαίδων 92C, κτλ.· τι, εἴς τι πρᾶγμα, ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 432Α· ἔν τε γὰρ μακρῷ γήρᾳ ξυνᾴδει τῷδε ἀνδρὶ σύμμετρος Σοφ. Ο. Τ. 11. 3· ― ἐνεργῶ ἐν συμφωνίᾳ μετά τινος, τινι Πλούτ. 2. 55D· ― ἀπολ., εἶμαι ἐν ἁρμονίᾳ, ἀντίθετ. τῷ διᾴδειν, Ἡράκλ. ἐν Ἀριστ. π. Κόσμ. 5. 5, πρβλ. Πλάτ. Πρωτ. 322Α. ΙΙ. μεταβ., συνεξυμνῶ, τινὰ Θεόκρ. 10. 24.

French (Bailly abrégé)

1 chanter avec abs. : σ. τὸν παιᾶνά τινι ESCHN, μετά τινος chanter le péan avec qqn;
2 fig. s’accorder avec, τινι : τι en qch ; agir de concert avec, τινι.
Étymologie: σύν, ᾄδω.

Greek Monolingual

συνᾴδω ΝΑ, και ποιητ. τ. συναείδω Α
1. άδω μαζί με άλλον, συνοδεύω το άσμα
2. βρίσκομαι σε συμφωνία, σε αρμονία με κάποιον ή με κάτι
νεοελλ.
(συν. τριτοπρόσ.) συνάδει
αρμόζει, ταιριάζει
αρχ.
εξυμνώ από κοινού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + ᾄδω / ἀείδω «τραγουδώ»].

Greek Monotonic

συνᾴδω: μέλ. -ᾴσομαι,
I. 1. τραγουδώ με κάποιον ή ομαδικά, εν χορώ, σε Αισχίν.· συνᾴδω ᾠδάν, σε Αριστοφ.
2. γενικά, βρίσκομαι σε συμφωνία ή αρμονία με κάποιον, συμφωνώ ή ταιριάζω, τινί, σε Σοφ., Πλάτ.
II. εξυμνώ, ψάλλω από κοινού με κάποιον, τινά, σε Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

συνᾴδω: поэт. συναείδω (fut. συνᾴσομαι)
1) петь вместе: σ. τὸν παιᾶνά τινι или μετά τινος Aeschin. петь с кем-л. пэан; σ. ᾠδάν Arph. участвовать в исполнении песни;
2) вторить: συμφθέγγεσθαι καὶ σ. Plut. сопровождать (игру на лире) декламацией и пением;
3) соглашаться, поддакивать (τινί Plut.);
4) согласоваться, совпадать, соответствовать (ἀλλήλοις Plat.): σ. τινὶ ἔν τινι Soph. быть сходным с кем-л. в чем-л.; σ. τι Plat., Polyb. совпадать в каком-л. отношении;
5) воспевать, прославлять (τινά Theocr.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συν-ᾴδω meezingen; εἰ οὖν συνηγέρθητε τῷ Χριστῷ als u nu met Christus uit de dood bent opgewekt Plut. Alc. 2.6; overdr. overeenstemmen, met dat.: οὗτος... ὁ λόγος ἐκείνῳ πῶς συνᾴσεται hoe zal dat betoog met het andere in overeenstemming zijn? Plat. Phaed. 92c. met acc. en dat. samen (met...) bezingen:. συναείσατε τὰν ῥαδινὰν μοι παῖδ ’( α ) bezingt met mij het slanke meisje Theocr. Id. 10.24.

Middle Liddell

fut. -ᾴσομαι
I. to sing with or together, Aeschin.; ς. ᾠδάν Ar.
2. generally, to be in accord with, τινί Soph., Plat.
II. trans. to celebrate together, τινά Theocr.