Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συρτάρι

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

και σουρτάρι, το, Ν
1. ορθογώνια ή τετράγωνη θήκη που μπαίνει σε ειδική υποδοχή σε τραπέζι ή σε άλλο έπιπλο, την οποία μπορεί κάποιος να σύρει προς τα έξω και να επαναφέρει στη θέση της με ευχέρεια και η οποία χρησιμεύει για φύλαξη διαφόρων αντικειμένων
2. το κριάρι που προπορεύεται και οδηγεί το κοπάδι, αλλ. σύρτης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συρτ-άριον, υποκορ. του ρήματ. επιθ. συρτός.