Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σφυρί

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

το / σφυρίον, ΝΜΑ, και σφυρίον και σφυρίν και σφυλίν Α σφῡρα
νεοελλ.
1. εργαλείο πολλαπλών χρήσεων και διαφόρων μεγεθών αποτελούμενο από μεταλλική συνήθως, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις και από ξύλινη, κεφαλή και μεταλλική ή ξύλινη λαβή, εργαλείο κατάλληλο για την κατεργασία μετάλλων ή λίθων με κρούση, για θραύση σκληρών υλικών, για ήλωση, για έμπηξη πασσάλων κ.ά. χρήσεις
2. φρ. «βγάζω στο σφυρί»
α) βγάζω κάτι σε πλειστηριασμό
β) ξεπουλώ
γ) εξωθώ γυναίκα στην πορνεία
αρχ.
(με υποκορ. σημ.) μικρή μεταλλική ή ξύλινη σφύρα.