Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σύκο

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το / σῡκον, ΝΜΑ, και βοιωτ. τ. τῡκον Α
1. ο εδώδιμος καρπός της συκιάς
2. φρ. α) «βασιλικά σύκα» και «σύκα βασίλεια [ἡ βασιλικά»]» — είδος εκλεκτών και μεγάλων σύκων
β) «ξηρά σύκα» — αποξηραμένα σύκα που τρώγονται ως ξηροί καρποί
γ) «λέω τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη» και «ὀνομάζω τὰ σῡκα σῡκα» — βλ. σκάφη
νεοελλ.
παροιμ. φρ. «απ' τα σύκα ώς τα σταφύλια» — μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, πολύ σύντομα
αρχ.
1. ιατρ. α) σαρκώδης επίφυση, συκώδες εξάνθημα ή σάρκωμα κυρίως στα βλέφαρα
β) σάρκωμα σε άλλες περιοχές του σώματος
γ) ονομασία για τις αιμορροΐδες
2. μτφ. το γυναικείο αιδοίο
3. φρ. α) «σῡκον Αἰγύπτιον» — ο καρπός της χαρουπιάς, χαρούπι (θεόφρ.)
β) «σῡκον αἰτώ» — κολακεύω (Ησύχ.)
4. παροιμ. φρ. α) «ὅσῳ διαφέρει σῡκα καρδάμων» — δηλώνει πλήρη έλλειψη ομοιότητας (Ηνίοχ.)
β) «σῡκα αἰτεῖν» — το να ζει κανείς με πολυτέλεια και με χλιδή (Αριστοφ.)
γ) «σῡκον χειμῶνος αἰτῶ» — δηλώνει ανόητη ή άκαιρη ενέργεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. σῦκον, όπως και τα λατ. ficus και αρμ. ťuz, είναι δάνεια από γλώσσα της Μεσογείου ή της Μικράς Ασίας].

Greek Monolingual

το / σῡκον, ΝΜΑ, και βοιωτ. τ. τῡκον Α
1. ο εδώδιμος καρπός της συκιάς
2. φρ. α) «βασιλικά σύκα» και «σύκα βασίλεια [ἡ βασιλικά»]» — είδος εκλεκτών και μεγάλων σύκων
β) «ξηρά σύκα» — αποξηραμένα σύκα που τρώγονται ως ξηροί καρποί
γ) «λέω τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη» και «ὀνομάζω τὰ σῡκα σῡκα» — βλ. σκάφη
νεοελλ.
παροιμ. φρ. «απ' τα σύκα ώς τα σταφύλια» — μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, πολύ σύντομα
αρχ.
1. ιατρ. α) σαρκώδης επίφυση, συκώδες εξάνθημα ή σάρκωμα κυρίως στα βλέφαρα
β) σάρκωμα σε άλλες περιοχές του σώματος
γ) ονομασία για τις αιμορροΐδες
2. μτφ. το γυναικείο αιδοίο
3. φρ. α) «σῡκον Αἰγύπτιον» — ο καρπός της χαρουπιάς, χαρούπι (θεόφρ.)
β) «σῡκον αἰτώ» — κολακεύω (Ησύχ.)
4. παροιμ. φρ. α) «ὅσῳ διαφέρει σῡκα καρδάμων» — δηλώνει πλήρη έλλειψη ομοιότητας (Ηνίοχ.)
β) «σῡκα αἰτεῖν» — το να ζει κανείς με πολυτέλεια και με χλιδή (Αριστοφ.)
γ) «σῡκον χειμῶνος αἰτῶ» — δηλώνει ανόητη ή άκαιρη ενέργεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. σῦκον, όπως και τα λατ. ficus και αρμ. ťuz, είναι δάνεια από γλώσσα της Μεσογείου ή της Μικράς Ασίας].