Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σύμβιος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: σύμβῐος Medium diacritics: σύμβιος Low diacritics: σύμβιος Capitals: ΣΥΜΒΙΟΣ
Transliteration A: sýmbios Transliteration B: symbios Transliteration C: symvios Beta Code: su/mbios

English (LSJ)

ον,

   A living together, of plants, v.l. in Thphr.CP 2.17.5: as Subst., ὁ and ἡ, companion, partner, Arist.EN1171a23, SIG 763.3 (Cyzicus, i B.C.); husband, Epigr.Gr.399 (Ancyra); wife, ib.815.8 (Crete), PGiss.12.8 (ii A.D.), IG12(7).53.23 (Arcesine, iii A.D.), D.S.4.46, etc.; cf. συμβία.

German (Pape)

[Seite 978] zusammenlebend, als Gatte, Freund, Arist. eth. 9, 11; ἡ σ., Gattinn, Ep. ad. 169 (App. 282); in den macedonischen Inscr. 1968 ff. u. oft.

Greek (Liddell-Scott)

σύμβιος: -ον, ὁ ζῶν μετά τινος, τινι Θεοφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 2. 17. 5. ΙΙ. ὡς οὐσιαστ., ὁ καὶ ἡ, σύντροφος, ἑταῖρος, Ἀριστ. Ἠθικ. Νικ. 9. 11, 1· σύζυγος ἀνήρ, Ἀνθ. Π. παράρτημα 331. 4· σύζυγος γυνή, αὐτόθι 282, Διόδ. 4. 46· πρβλ. συμβία. ― Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 152.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui vit avec, τινι.
Étymologie: σύν, βίος.

Greek Monolingual

-ον, θηλ. και -ία, Α
1. αυτός που ζει μαζί με κάποιον άλλο («προσφιλῆ ἀλλήλοις καὶ σύμβια», Θεόφρ.)
2. ως ουσ. α) σύντροφος, εταίρος
β) σύζυγος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + -βιος (< βίος), πρβλ. έμ-βιος].

Greek Monotonic

σύμβιος: -ον, ὁ και ἡ, αυτός που ζει με κάποιον άλλο, σύντροφος, εταίρος, σε Αριστ.· ο ή η σύζυγος, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

σύμβιος: II ὁ и ἡ
1) спутник (спутница), (со)товарищ Anth.;
2) супруг(а) Diod., Anth.
совместно живущий: συμβίων δέεσθαι Arst. нуждаться в обществе.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σύμβιος -ου, ὁ en ἡ [σύν, βίος] metgezel in het leven, partner.

Middle Liddell

σύμ-βιος, ον,
a companion, partner, Arist.: a husband or wife, Anth.