Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σύμμικτος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: σύμμικτος Medium diacritics: σύμμικτος Low diacritics: σύμμικτος Capitals: ΣΥΜΜΙΚΤΟΣ
Transliteration A: sýmmiktos Transliteration B: symmiktos Transliteration C: symmiktos Beta Code: su/mmiktos

English (LSJ)

   A v. σύμμεικτος.

Greek (Liddell-Scott)

σύμμικτος: -ον, ὡσαύτως η, ον, Στοβ. 17. 29˙ ― ἀναμεμιγμένος, ἀνάμικτος, καρπὸς Ἡσιόδ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 561˙ σύμμικτά τε λείας ἄδαστα βουκόλων φρουρήματα Σοφ. Αἴ. 53 (περὶ τῆς συντάξεως τοῦ λείας ἴδε Ἕρμανν. καὶ σημ. Jebb ἐν τόπῳ)˙ θηρώμενοι ξύμμικτα μὴ δίκαια καὶ δίκαι’ ὁμοῦ Εὐρ. Ἀποσπ. 423˙ σ. εἶδος, περὶ τοῦ Μινωταύρου, αὐτόθι 383˙ μάλιστα ἐπὶ ἀτάκτων στρατευμάτων, σύμμ. στρατὸς Ἡρόδ. 7. 55· ἄνθρωποι, ὄχλος Θουκ. 6. 4, 17· οὕτω κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τοὺς ἀληθεῖς πολίτας, ὁ αὐτ. 4. 106· σ. χαλκώματα, ἀνάμικτα, ποικίλα, διάφορα, Λυσί. 154. 22· χρυσία σ. διάλιθα Συλλ. Ἐπιγρ. 150Β. 12, ἔνθα ἴδε Βöckh. ― Ἐπίρρ. -τως, Στράβ. 33. 2) μετὰ δοτ., θυσίαι τελεταῖς ξ. Πλάτ. Νόμ. 738C. 3) σύνθετος, ἐκ γῆς τε καὶ ὕδατος ὁ αὐτ. ἐν Τιμ. 61Β, πρβλ. τὸν αὐτ. ἐν Νόμ. 692Α.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
mêlé ensemble, confondu.
Étymologie: συμμίγνυμι.

Greek Monolingual

-η, -ο / σύμμεικτος, -ον, ΝΜΑ και σύμμεικτος, -η, -ο, Ν, και σύμμικτος, -ον, και τ. θηλ. συμμεικτη, Α [[συμμ(ε)ιγνύω]]
αναμεμιγμένος, ανάμικτος, μικτός
αρχ.
1. ποικίλος, διάφορος
2. σύνθετος
3. φρ. «σύμμεικτον εἶδος» — ο Μινώταυρος (Ευρ.).
επίρρ...
συμμίκτως και συμμείκτως Α
ενωμένα («Κελτοὶ και Ἴβηρες ἢ συμμείκτως Κελτίβηρες», Στράβ.).

Greek Monotonic

σύμμικτος: -ον, αναμεμειγμένος, ανάμεικτος, σε Ησίοδ., Σοφ.· ιδίως λέγεται για στρατεύματα, άτακτο στράτευμα, σε Ηρόδ., Θουκ.· επίρρ. -τως, σε Στράβ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σύμμικτος zie σύμμεικτος.

Russian (Dvoretsky)

σύμμικτος:
1) смешанный (ἐκ γῆς τε καὶ, ὕδατος Plat.);
2) разнообразный (καρπός Hes.);
3) пестрый, разношерстный (ὄχλος Thuc.).

Middle Liddell

σύμ-μικτος, ον,
commingled, promiscuous, Hes., Soph.: esp. of troops, irregular, Hdt., Thuc. adv. -τως, Strab.