Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σύναιμος

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: σύναιμος Medium diacritics: σύναιμος Low diacritics: σύναιμος Capitals: ΣΥΝΑΙΜΟΣ
Transliteration A: sýnaimos Transliteration B: synaimos Transliteration C: synaimos Beta Code: su/naimos

English (LSJ)

ον, (αἷμα)

   A of common blood, kindred, γονᾷ ξ. S.El.156 (lyr.); ξ. ὄμμα Id.Aj.977: c. dat., μητρὶ . . σύναιμος Philicus in Stud.Ital.9.44.    2 as Subst., kinsman, kinswoman, esp. brother, sister, S.Ant.198,488: pl., kinsmen, Id.OC943.    3 Ζεὺς ξ. as presiding over kindred, Id.Ant.659; νεῖκος ξ. strife between kinsmen, ib.794 (lyr.).--Poet. word.

German (Pape)

[Seite 997] = Folgdm; οἷς ὁμόθεν εἶ καὶ γονᾷ ξύναιμος, Soph. El. 153; oft substantivisch, Bruder, Schwester, ὁ σὸς ξύναιμος, O. C. 1357, αὐτή τε χἠ ξύναιμος, Ant. 784, Eur. I. T. 774, λέ χος, Phoen. 824, auch Ζεύς als Beschützer der Blutsverwandtschaft heißt so. – Bei Ath. X, 452 c in einem Räthsel, σύναιμα ποιεῖν, mit Doppelsinn (Aenigm. 8 in Anth. App. 117).

Greek (Liddell-Scott)

σύναιμος: -ον, (αἷμα) ὅμαιμος, συγγενὴς ἐξ αἵματος, γονᾷ ξ. Σοφ. Ἠλεκ. 156· σ. ὄμμα, λέχος ὁ αὐτ. ἐν Αἴ. 977, Εὐριπ. Φοιν. 817. 2) ὡς οὐσιαστικόν, συγγενής, ἰδίως, ἀδελφὸς ἢ ἀδελφή, Σοφ. Ἀντ. 198, 488, κτλ.· οἱ σύναιμοι, οἱ συγγενεῖς, ὁ αὐτ. ἐν Ο. Κ. 943. 3) Ζεὺς ξ., ὡς προστάτης τῆς συγγενείας, Σοφ. Ἀντ. 659· νεῖκος ξ., ἔρις μεταξὺ συγγενῶν, αὐτόθι 794. ― Λέξις ποιητική.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 de même sang ; ὁ σύναιμος frère, ἡ σύναιμος sœur;
2 qui concerne des parents par le sang : οἱ σύναιμοι SOPH les parents par le sang ; νεῖκος σύναιμον SOPH querelle entre parents de même sang ; Ζεὺς σύναιμος SOPH Zeus protecteur de la famille.
Étymologie: σύν, αἷμα.

Greek Monolingual

και ξύναιμος, -ον, Α
1. αυτός που έχει συγγένεια εξ αίματος, όμαιμος
2. ως ουσ. συγγενής, ιδίως αδελφός ή αδελφή
3. φρ. α) «Ζεὺς ξύναιμος» — ο προστάτης της συγγένειας Ζευς (Σοφ.)
β) «νεῑκος ξύναιμον» — η μεταξύ συγγενών έχθρα (Σοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + -αιμος (< αἷμα), πρβλ. ὅμ-αιμος].

Greek Monotonic

σύναιμος: -ον (αἷμα),
1. αυτός που έχει δεσμούς αίματος με κάποιον, όμαιμος, συγγενής, σε Σοφ., Ευρ.
2. ουσ., ο, η συγγενής, ιδίως, αδελφός, αδελφή, σε Σοφ.
3. Ζεὺς ξύναιμος, ως προστάτης της συγγενείας, στον ίδ.· νεῖκος ξύναιμον, αντιπαλότητα μεταξύ συγγενών, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

σύναιμος:
1) единокровный, родной, родственный: γονᾷ ξ. Soph. родной по крови; ὦ ξύναιμον ὄμμ᾽ ἐμοί! Soph. родной мой!;
2) происходящий между родственниками (νεῖκος Soph.);
3) хранящий родственные связи, оберегающий святость семейственных отношений (Ζεύς Soph.).
ὁ и ἡ близкий родственник, преимущ. брат или сестра Soph.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σύναιμος -ον Att. ook ξύναιμος [σύν, αἷμα] (door bloed) verwant:; οἷς... εἶ... γονᾷ ξύναιμος met wie jij door je afkomst verwant bent Soph. El. 156; subst. bloedverwant:; ξύναιμοι bloedverwanten Soph. OC 943; van een broer; Soph. Ant. 198; van een zuster. Soph. Ant. 488.

Middle Liddell

σύν-αιμος, ον, αἷμα
1. of common blood, kindred, Soph., Eur.
2. as Subst. a kinsman, kinswoman, esp. a brother, sister, Soph.
3. Ζεὺς ξ. as presiding over kindred, Soph.; νεῖκος ξ. strife between kinsmen, Soph.