Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σύννεφο

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

και σύγνεφο, το, Ν
1. νέφος που δημιουργείται στον ουρανό
2. μτφ. α) θλίψη, στενοχώρια στο πρόσωπο ενός ανθρώπου
β) πλήθος από κάποιο είδος
3. πληθ. τα σύννεφα
μτφ. απειλητικά προμηνύματα
4. φρ. «πάει σύννεφο»
(ιδιωμ.) λέγεται για κάτι, συνήθως αρνητικό, που υπάρχει ή γίνεται καθ' υπερβολήν (α. «η χαζομάρα πάει σύννεφο» β. «το κέρατο πάει σύννεφο»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του ουδ. του επιθ. σύννεφος, -ον].