Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τάβλι

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

το / ταβλίον, ΝΜΑ, και ταβλίν Μ τάβλα
νεοελλ.-μσν.
1. μικρό και αβαθές ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο κιβώτιο που ανοίγει στη μέση, και στού οποίου την εσωτερική επιφάνεια παίζεται το ομώνυμο παιχνίδι
2. το τυχερό και τεχνικό συνάμα παιχνίδι που παίζεται από δύο παίκτες με ζάρια και πεσσούς ή πούλια στο παραπάνω κιβώτιο
μσν.
1. τάβλα
2. είδος ιματιοθήκης
3. φρ. «ταβλίον χελώνης» — το όστρακο της χελώνας
μσν.-αρχ.
πλατιά πορφυρή παρυφή σε χιτώνα
αρχ.
1. δίσκος
2. αβακας για το παίξιμο κύβων, ζαριών.