Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τέγγω

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: τέγγω Medium diacritics: τέγγω Low diacritics: τέγγω Capitals: ΤΕΓΓΩ
Transliteration A: téngō Transliteration B: tengō Transliteration C: teggo Beta Code: te/ggw

English (LSJ)

Alc.39, etc.: fut.

   A τέγξω Pi.O.4.19, E.Supp.979 (lyr.): aor. ἔτεγξα B.5.157, A.Pr.402 (lyr.), Hp.Nat.Mul.35:—Pass., aor. ἐτέγχθην S.Ph.1456 (anap.), Pl.Lg.880e:—wet, moisten, τέγγε πλεύμονας οἴνῳ Alc.l.c.; ἀκρήτῳ πνεύμονα τεγγόμενος Eratosth.25; οἴνῳ πνεύμονα τέγγε Poet. ap. Suid. s.v. [[τέγγε; τέγγει γὰρ [τὸ ἔλαιον] τὸν ξηρὸν χρῶτα]] Gal. 6.229, cf. 366,560, 15.714; esp. of internal moistening by liquid food, opp. βρέχω (moisten on the surface), Id.10.808, 12.186 (the word is not freq. in Prose); φάρεα ποταμίᾳ δρόσῳ τ., so as to wash them, E. Hipp.127 (lyr.); ἐν θαλάττῃ τ. τοὺς πόδας Pl.Lg.866d:—in Trag. and Lyr. freq. of tears, δάκρυσι κόλπους τέγγουσι A.Pers.540 (anap.); ἀπ' ὄσσων παρειὰν νοτίοις ἔτεγξα παγαῖς Id.Pr.402 (lyr.); ὄμμα δάκρυσιν τ. E.Supp.21, cf. IA496; and simply, τ. παρειάν, ὄμμα, S.Ant.530 (anap.), E.Alc.764;

   A τέγξαι βλέφαρον B.5.157:—Pass., to be moistened, δρόσοις S.Aj.1209 (lyr.); δάκρυσί μου βλέφαρα τ. E.Hipp.854 (lyr.): τέγγομαι (sc. ὄσσε), i.e. I weep, A.Pers.1065 (lyr.).    2 c. acc. cogn., τ. δάκρυα shed tears, Pi.N.10.75; ἁδινῶν χλωρὰν τέγγει δακρύων ἄχναν S.Tr.848 (lyr.):—Pass., ὄμβρος χάλαζά θ' αἱματοῦσσ' ἐτέγγετο a shower fell, Id.OT1279.    3 soak, in Pass., distd. from τήκεσθαι, Arist.Mete.385b22; τέγγει is prob. f.l. for στέγει in Id.Pr.869b25.    II soften (properly, by soaking or bathing), ἀοιδαὶ θέλξαν νιν ἁπτόμεναι· οὐδὲ θερμὸν ὕδωρ τόσον γε μαλθακὰ τέγξει (sic Plu.2.467d, τεύχει codd. Pi.) γυῖα (i.e. ὥστε μαλθακὰ γενέσθαι) Pi.N.4.4:—metaph. in Pass., τέγγει γὰρ οὐδέν thou art no whit softened, A.Pr.1008; οὔτε γὰρ . . λόγοις ἐτέγγεθ' ἥδε νῦν τ' οὐ πείθεται E.Hipp.303; χωρεῖτ' ὀργῇ καὶ μὴ τέγγεσθ' Ar.Lys.550; ὑπὸ κακοδοξίας τέγγεσθαι Pl.R.361c, cf. Lg.880e.    III dye, stain: metaph., οὐ ψεύδεϊ τέγξω λόγον Pi.O. 4.19. (Cf. Lat. tingo.)

German (Pape)

[Seite 1079] fut. τέγξω (vgl. tingo, tünchen), benetzen, anfeuchten; ὕδωρ τέγγει γυῖα, Pind. N. 4, 4; auch δάκρυα τέγγειν, Thränen vergießen, 10, 75, wie Soph. ἤ που ἀδινῶν χλωρὰν τέγγει δακρύων ἄχναν, Trach. 845; παρειὰν νοτίοις ἔτεγξα παγαῖς, Aesch. Prom. 400, vgl. Pers. 532, von Thränen; Soph. sagt auch davon νεφέλη τέγγουσ' εὐῶπα παρειἀν, Ant. 526; pass., πολλάκις δὴ τοὐμὸν ἔτέγχθη κρᾶτα, Phil. 1456; τί χλωροῖς δακρύοις τέγγεις κόρας, Eur. Med. 922 u. öfter; τέγξαι μύρῳ εὐώδεϊ, Anacr. 48, 18; im med. weinen, Aesch. Pers. 1022; ὄμβρος χαλάζης ἐτέγγετο, er floß herab, Soph. O. R. 1279. Daher auch erweichen, bes. übertr., Einen rühren, zum Mitleid bewegen, Eur. Hipp. 303, Valck.; pass. sich erweichen lassen, weich werden, nachgeben, dem μαλθάσσομαι entsprechend, Aesch. Prom. 1010; χωρεῖτ' ὀργῇ καὶ μὴ τέγγεσθε, Ar. Lys. 550; ὥστε μὴ τέγγεσθαι ὑπὸ κακοδοξίας, Plat. Rep. II, 361 c; μηδὲν τεγχθέντων, Legg. IX, 880 e; οὐ τεγχθεὶς οὐδ' εἴξας, Plut. Alc. et Cor. 2. – Auch = färben, und übh. womit vermischen, οὐ ψεύδεϊ τέγξω λόγον, Pind. Ol. 4, 17; π υῤῥὰν ζαπληθῆ δάσκιον γενειάδα ἔτεγγε, Aesch. Pers. 309.

Greek (Liddell-Scott)

τέγγω: μέλλ. τέγξω Πινδ. Ο. 4. 29, Εὐρ. Ἱκέτ. 979· ἀόρ. ἔτεγξα Αἰσχύλ. Πρ. 401. ― Παθητ., ἀόρ. ἐτέγχθην Σοφ. Φιλ. 1456, Πλάτ. (Πρβλ. Λατ. ting-o, tinc-tus, Ἀρχ. Γερμ. thunc-en, dunc-on tünchen), κτλ. Ὑγραίνω, βρέχω, Ἀλκαῖ. 30, Πινδ. Ν. 4. 7, Ἀττ. (ἀλλ’ οὐχὶ συχν. παρὰ πεζογράφοις)· φάρεα πορφύρεα ποταμίᾳ δρόσῳ τέγγουσα, πλύνουσα, Εὐρ. Ἱππ. 127· τ. τοὺς πόδας Πλάτ. Νόμ. 866D· ― παρὰ Τραγικ. συχν. ἐπὶ δακρύων, δάκρυσι κόλπους τέγγουσι Αἰσχύλ. Πέρσ. 540· ἀπ’ ὄσσων παρειὰν νοτίοις ἔτεγξα παγαῖς ὁ αὐτ. ἐν Προμ. 401· καὶ ἁπλῶς, τ. παρειάν, ὄμμα Σοφ. Ἀντ. 530, καὶ Εὐρ.· ― Παθ., βρέχομαι, ὑγραίνομαι, δρόσοις Σοφ. Αἴ. 1209· δάκρυσί μοι τ. βλέφαρα Εὐρ. Ἱππ. 854· καὶ ἀπολ. τέγγομαι, δακρύω, κλάιω. Αἰσχύλ. Πέρσ. 1065. 2) μετὰ συστοίχ. αἰτιατ., τ. δάκρυα, χύνω δάκρυα, δακρύω, Πινδ. Ν. 10. 141· ἦ που ἀδινῶν χλωρὰν τέγγει δακρύων ἄχναν Σοφ. Τρ. 849. ― Παθ., ὄμβρος ἐτέγγετο, ἔπιπτεν ὑετός, βροχή, ὁ αὐτ. ἐν Ο. Τ. 1279. 3) τ. τοὺς ἱδρῶτας (ἐξυπακ. τὸ πῦρ), ὑγροποιεῖ, ἀναλύει, Ἀριστ. Προβλ. 2. 32, ― Παθ., διακρίνεται τοῦ τήκεσθαι, ὁ αὐτ. ἐν Μετεωρ. 4. 9, 4, πρβλ. τεγκτός. ΙΙ. ποιῶ τι μαλακόν, μαλακώνω (κυρίως διὰ τῆς εἰς τὸ ὕδωρ ἐμβαπτίσεως), ἀοιδαὶ θέλξαν νιν ἁπτόμεναι· οὐδὲ θερμὸν ὕδωρ τόσον γε μαλθακὰ τέγγε γυῖα (δηλ. ὥστε μαλθακὰ γενέσθαι) Πινδ. Ν. 4. 5· ― μεταφορ. ἐν τῷ παθητ., τέγγει γὰρ οὐδέν, οὐδόλως μαλάσσεσαι, Αἰσχύλ. Πρ. 1008· οὔτε γάρ... λόγοις ἐτέγγεθ’ ἥδε νῦν τ’ οὐ πείθεται Εὐρ. Ἱππ. 303· χωρεῖτ’ ὀργῇ καὶ μὴ τέγγεσθ’ Ἀριστοφ. Λυσ. 550· ὑπὸ κακοδοξίας τέγγεσθαι Πλάτ. 361C, πρβλ. Νόμ. 880Ε. ΙΙΙ. βάπτω, κηλιδώνω, Λατ. tingere· μεταφορ., ὡς τὸ Λατιν. imbuere, τ. λόγον ψεύδει Πινδ. Ο. 4. 28 δάκρυα στοναχαῖς ὁ αὐτ. ἐν Ν. 10. 141.

French (Bailly abrégé)

f. τέγξω, ao. ἔτεγξα, pf. inus.
Pass. ao. ἐτέγχθην;
1 mouiller, humecter : δάκρυσι κόλπους ESCHL mouiller de ses larmes les plis de sa robe ; τ. παρειάν SOPH mouiller sa joue de ses larmes ; au Pass., abs. τέγγομαι ESCHL mes yeux sont mouillés de larmes;
2 faire couler : τ. δακρύων ἄχναν SOPH un ruisseau de larmes ; Pass. couler, se répandre;
3 faire fondre, amollir, acc. ; fig. se laisser amollir, se laisser fléchir.
Étymologie: R. Τεγγ, mouiller ; cf. lat. tingo.

English (Slater)

τέγγω
   1 stain met. οὐ ψεύδει τέγξω λόγον (O. 4.17) θερμὰ δὴ τέγγων δάκρυα στοναχαῖς (N. 10.75)

Greek Monolingual

Α
1. υγραίνω, μουσκεύω («τέγγε πλεύμονας οἴνῳ», Αλκ.)
2. υγροποιώ
3. πλένω («ἐν θαλάττῃ τέγγει τοὺς πόδας», Πλάτ.)
4. μτφ. α) προκαλώ τον οίκτο
β) κηλιδώνω («οὐ ψεύδεϊ τέγξω λόγον», Πίνδ.)
5. μέσ. τέγγομαι
κλαίω, θρηνώ
6. φρ. α) «τέγγω δάκρυα [ή δακρύων ἄχναν]» — χύνω δάκρυα, κλαίω (Πίνδ.)
β) «τέγγεται ὄμβρος» — βρέχει (Σοφ.)
γ) «τέγγω μαλακόν τι» — μαλακώνω κάτι μουσκεύοντάς το (Πίνδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. τέγγω ανάγεται στην απαθή βαθμίδα της ΙΕ ρίζας teng- «υγραίνω, μουσκεύω» και συνδέεται με τα λατ. tingo / tinguo «μουσκεύω» (< tengo, πρβλ. και γαλλ. teindre «εμβαπτίζω, βάφω»), καθώς και με το γερμ. ελβετ. tink «υγρός» και τα αρχ. άνω γερμ. thunkōn, dunkōn «μουσκεύω». Το ρ. τέγγω, τέλος, συγγενεύει σημασιολογικά με το ρ. βρέχω το οποίο και διατηρήθηκε ως σήμερα].

Greek Monotonic

τέγγω: μέλ. τέγξω, αόρ. ἔτεγξα — Παθ., αόρ. ἐτέγχθην·
I. 1. υγραίνω, βρέχω, σε Πίνδ. κ.λπ.· λέγεται για δάκρυα, σε Τραγ. — Παθ., τέγγομαι, δακρύζω, κλαίω, σε Αισχύλ.· τέγγω βλέφαρα, σε Ευρ.
2. με σύστ. αντ., τέγγω δάκρυα, χύνω δάκρυα, δακρύζω, σε Πίνδ.· τέγγει δακρύων ἄχναν, σε Σοφ. — Παθ., ὄμβρος ἐτέγγετο, έπεσε μπόρα, έριξε βροχή, στον ίδ.
II. κάνω κάτι μαλακό, μαλακώνω (κυρίως με το μούλιασμα ή το μπάνιο), σε Πίνδ.· μεταφ. στην Παθ., τέγγει γὰρ οὐδέν, δεν μαλακώνει καθόλου, σε Αισχύλ.· οὔτε λόγοις ἐτέγγεθ' ἥδε, σε Ευρ.
III. βάφω, κηλιδώνω, Λατ. tingere· μεταφ., όπως το Λατ. imbuere, σε Πίνδ.

Russian (Dvoretsky)

τέγγω: (fut. τέγξω, aor. ἔτεγξα; aor. pass. ἐτέγχθην)
1) мочить, смачивать, увлажнять (φάρεα δρόσῳ Eur.; δάκρυσι κόλπους Aesch.; πλεύμονας οἴνῳ Alcaeus ap. Plut.);
2) орошать слезами (παρειάν Soph.): τέγγομαι Aesch. я весь в слезах;
3) лить, проливать (δάκρυα Pind.; δακρύων ἄχναν Soph.): ὄμβρος αἵματος ἐτέγγετο Soph. хлынул поток крови; τ. τοὺς ἱδρῶτας Arst. вызывать потоотделение;
4) перен. пропитывать, насыщать, смешивать (λόγον ψεύδει Pind.): δάκρυα στοναχαῖς τ. Pind. сопровождать слезы стонами;
5) перен. пятнать, марать: ὑπὸ κακοδοξίας τέγγεσθαι Plat. быть запятнанным из-за дурной славы;
6) перен. размягчать, смягчать, смирять (λόγοις Eur.): τέγγεσθαι λιταῖς τινος Aesch. быть тронутым чьими-л. мольбами; μηδὲν τεγχθεῖσα φύσις Plat. ничему не поддающийся характер.

Middle Liddell


I. to wet, moisten, Pind., etc.; of tears, Trag.:—Pass. τέγγομαι, I weep, Aesch.; τ. βλέφαρα Eur.
2. c. acc. cogn., τ. δάκρυα to shed tears, Pind.; τέγγει δακρύων ἄχναν Soph.:—Pass., ὄμβρος ἐτέγγετο a shower fell, Pind.
II. to soften (properly, by soaking or bathing), Pind.:—metaph. in Pass., τέγγει γὰρ οὐδέν thou art no whit softened, Aesch.; οὔτε λόγοις ἐτέγγεθ' ἥδε Eur.
III. to dye, stain, Lat. tingere; metaph., like Lat. imbuere, Pind.

Frisk Etymology German

τέγγω: {téggō}
Forms: Aor. τέγξαι, Pass. τεγχθῆναι, Fut. τέγξω,
Grammar: v.
Meaning: benetzen, befeuchten, benetzend ausgießen, erweichen (Pi., B., ion. att.; vorw. poetisch).
Composita : vereinzelt m. ἐπι- u.a.,
Derivative: Davon τέγξις (ἐπί-) f. das Befeuchten (Mediz.), τεγκτός (ἐπί-) durch Benetzung erweichbar (Arist., Mediz.).
Etymology : Altes primäres Verb, mit lat. tingō (aus *tengō; tinguō nach unguō) benetzen, eintauchen, färben identisch. Daneben die schwundstufige Sekundärbildung ahd. thunkōn, dunkōn tunken (mit nhd. Tunke f. Sauce) und das hochstufige schweiz. tink feucht. WP. 1, 726, Pok. 1067 und W.-Hofmann s. v. m. Lit.
Page 2,863