Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τέγεος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: τέγεος Medium diacritics: τέγεος Low diacritics: τέγεος Capitals: ΤΕΓΕΟΣ
Transliteration A: tégeos Transliteration B: tegeos Transliteration C: tegeos Beta Code: te/geos

English (LSJ)

ον, (τέγος)

   A at or near the roof, τ. θάλαμοι, of the women's chambers, = ὑπερῷον, Il.6.248.    2 roofed, Διὸς τ. δόμοι Emp. 142, and so perh. in Il. l.c., though Apollon.Lex. glosses by ὑπερῷοι.

German (Pape)

[Seite 1079] mit einem Dache versehen; τέγεοι θάλαμοι, Il. 6, 248, Gemacher der Frauen in dem obern Stockwerke des Hauses, wie ὑπερῷοι.

Greek (Liddell-Scott)

τέγεος: -ον, (τέγος) ὁ κατὰ τὸ τέγος, τὴν ὀροφήν, δώδεκ’ ἔσαν τέγεοι θάλαμοι... ἐνθάδε γαμβροὶ κοιμῶντο Πριάμοιο παρ’ αἰδοίῃς ἀλόχοισιν Ἰλ. Ζ. 248· ἀλλαχοῦ ὑπερῷοι οἶκοι, πρβλ. ὑπερῷον. ― Καθ’ Ἡσύχ.: «τέγεοι· ὑπερῷοι οἶκοι».

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
voisin du toit, situé dans la partie supérieure de la maison.
Étymologie: τέγος.

English (Autenrieth)

roofed over, Il. 6.248†.

Greek Monolingual

-ον, Α τέγος
1. αυτός που βρίσκεται κοντά ή πάνω στην στέγη («δώδεκ' ἔσαν τέγεοι θάλαμοι», Ομ. Ιλ.)
2. αυτός που έχει στέγη, στεγασμένος.

Greek Monotonic

τέγεος: -ον (τέγος), στην ή κοντά στην οροφή, τέγεοι θάλαμοι, λέγεται για τα γυναικεία διαμερίσματα, ὑπερῷον, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

τέγεος: II gen. к τέγος.
находящийся под (самой) крышей, т. е. в верхнем этаже, верхний: τέγεοι θάλαμοι Hom. верхние покои (для женщин).

Middle Liddell

τέγεος, ον, τέγος
at or near the roof, τ. θάλαμοι, of the women's chambers, = ὑπερῷον, Il.