Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τέκος

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: τέκος Medium diacritics: τέκος Low diacritics: τέκος Capitals: ΤΕΚΟΣ
Transliteration A: tékos Transliteration B: tekos Transliteration C: tekos Beta Code: te/kos

English (LSJ)

εος, τό, Ep. dat. pl.

   A τέκεσσι Il.5.71, al., τεκέεσσι 3.160, al.:—poet. for τέκνον, 18.63, 24.36, al., Hes.Sc.216, al.; as a term of endearment from elders to their youngers, φίλον τέκος Il.9.437, 444, etc.: also in Alc.Supp.10.7, Pi.I.6(5).30, B.6.13, al., A.Th. 203,677, E.HF439, Hec.475 (mostly lyr.).    2 of animals, Il.8.248: esp. in pl. the young, 12.222, al., Ar.Pl.292.    3 metaph., δυσσεβίας μὲν ὕβρις τέκος A.Eu.534 (lyr.).

German (Pape)

[Seite 1083] εος, τό (τίκτω, τεκεῖν), poet, statt τέκνον, das Erzeugte, Geborene, das Kind; Hom. u. Hes., wie τέκνον, auch als freundliche Anrede Aelterer an Jüngere; Ἀλκμήνας τέκος Pind. I. 5, 30, u. folgde Dichter. – Wie τέκνον auch von Thieren, das Junge, Il. 8, 248. 12, 222. 16, 265. 17, 133; übertr., δυσσεβίας μὲν ὕβρις τέκος Aesch. Eum. 506.

Greek (Liddell-Scott)

τέκος: -εος, τό, Ἐπικ. δοτ. πληθ. τέκεσσι, τεκέεσσι, ἀμφότερα παρ’ Ὁμήρ.· (√ΤΕΚ, τίκτω)· - ποιητ. ἀντὶ τέκνον, συχν. παρ’ Ὁμήρ. καὶ Ἡσ. ὡς ἔκφρασις τρυφερότητος παρὰ τῶν πρεσβυτέρων πρὸς τοὺς νεωτέρους, τέκνον μου, «παιδί μου», φίλον τέκος Ἰλ. Ι. 437. 444, κλπ.· - οὕτω καὶ παρὰ Πινδ. Ι. 6 (5). 44, Αἰσχύλ. Θήβ. 203, 677, Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 439. 2) ἐπὶ ζῴων, Ἰλ. Θ. 248, κλπ.· μάλιστα ἐν τῷ πληθ., «τὰ μικρά», Μ. 222, κ. ἀλλ., πρβλ. Ἀριστοφ. Πλ. 292. 3) μεταφ., δυσσεβίας μὲν ὕβρις τέκος ὡς ἐτύμως Αἰσχύλ. Εὐμ. 534.

French (Bailly abrégé)

ion. -εος, att. -ους (τό) :
c. τέκνον.

English (Autenrieth)

εος = τέκνον.

English (Slater)

τέκος (-ος nom., -έων.)
   1 child τὸν χαλκοχάρμαν ἐς πόλεμον ἆγε Ἀλκμήνας τέκος (I. 6.30) ξένοι ἔφθινον ἄτερθεν τεκέων ἀλόχων τε (Pae. 8.77) ἐντὶ μὲν χρυσαλακάτου τεκέων Λατοῦς ἀοιδαὶ ὥριαι παιάνιδες Θρ. 3. 1. [[[τέκος]] (Σ̆{γρ˙}: τέκνον codd.) (O. 6.62) ]

Greek Monolingual

τὸ, Α
1. τέκνο, παιδί («Διὸς τέκος», Ομ. Ιλ.)
2. (σε φιλικές προσφωνήσεις προς νεώτερους) παιδί μου («ὦ φίλον Οἰδίπου τέκος», Αισχύλ.)
3. νεογνό ζώου («τέκος ἐλάφοιο», Ομ. Ιλ.)
4. μτφ. γέννημα, δημιούργημα («δυσσεβείας μὲν ὕβρις τέκος», Αισχύλ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. τεκ- του τίκτω (πρβλ. αόρ. β' -τεκ-ον) + κατάλ. -ος τών σιγμόληκτων ουδ.].

Greek Monotonic

τέκος: -εος, τό, Επικ. δοτ. πληθ. τέκεσσι, τεκέεσσι, (τίκτω),
1. ποιητ. αντί τέκνον, σε Όμηρ. κ.λπ.
2. λέγεται για ζώα, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· στον πληθ., νεογνά, στο ίδ.

Russian (Dvoretsky)

τέκος: εος τό (dat. pl. τέκεσσι и τεκέεσσι) Hom., Hes., Pind., Aesch., Eur. = τέκνον.

Middle Liddell

τέκος, ος, εος, τό, τίκτω
1. poetic for τέκνον, Hom., etc.
2. of animals, Il., etc.; in pl. the young, Il.