Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τήβεννα

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: τήβεννα Medium diacritics: τήβεννα Low diacritics: τήβεννα Capitals: ΤΗΒΕΝΝΑ
Transliteration A: tḗbenna Transliteration B: tēbenna Transliteration C: tivenna Beta Code: th/benna

English (LSJ)

ἡ, also τήβεννος, ἡ, D.H.3.61, Plu.Rom.26, Cor.9, etc., = Lat.

   A toga (incl. its varieties the trabea, etc.), Inscr.Délos 1442 B34 (ii B.C.), Plb.10.4.8, D.H.2.70, 3.61, 5.47, 6.13, D.S.5.40; worn by Antiochus Epiphanes, Plb.26.1A.2, Ptol.Euerg.3 J.: said to be derived from Τήμενος (Τήβεννος Suid.) the Arcadian, Artem.2.3, cf. Poll.7.61 (where τηβεννίς is prob. cj. for τημενίς); but D.H.3.61 expressly doubts its Hellenic origin. (The form of the word, and the context in D.H. l.c., suggest that it is Etruscan, but K. O. Müller's conjecture Τυρρηνοί for τύραννοι in EM756.26 is doubtful.)

German (Pape)

[Seite 1104] ἡ, auch τηβεννίς, ἡ, u. τήβεννος, ἡ, Plut. Rom. 26, wie D. Hal. 3, 61, eine griechische Kleidung der Reichen u. Vornehmen (ursprünglich in Argos, Poll. 7, 61), auch τήμενος und τημενίς geschrieben, vgl. Artemid. 2, 3; später werden damit die röm. toga, trabea (vgl. D. Hal. 6, 13) u. chlamys bezeichnet; Pol. oft, λαμπρά, toga candida, 10, 4, 8.

Greek (Liddell-Scott)

τήβεννα: ἡ, εἶδος χλαμύδος ἢ μανδύου, λέξις ἐν χρήσει πρὸς μετάφρασιν τοῦ Λατινικοῦ trabea, Διον. Ἁλ. 2. 70., 5. 47., 6. 13, Διόδ. 5. 40· ὡσαύτως τοῦ toga, Διον. Ἁλ. 3. 61 (ἐν τῷ τύπῳ τήβεννος, ἡ, πρβλ. Πλουτ. Ρωμ. 26)· προσέτι τοῦ paludamentum, Πολύβ. 10. 4, 8· ἀνέλαβε δὲ αὐτὴν ἀποθέμενος τὴν βασιλικὴν ἐσθῆτα, Ἀντίοχος ὁ Ἐπιφανής, ὁ αὐτ. 26. 10, 6, Ἀθήν. 438Ε, 439Β. Ἡ ἀρχὴ τῆς λέξεως ἄγνωστος· λέγεται ὅτι παράγεται ἐκ τοῦ ὀνόματος Τημένου βασιλέως τοῦ Ἄργους, οἱονεὶ τημενίς, «ἡ Ρωμαϊκὴ ἐσθής, ἣν νῦν τήβεννον καλοῦσιν ἀπὸ Τημένου τοῦ Ἀρκάδος» Ἀρτεμίδ. 2. 3· «τὴν δὲ ὀνομαζομένην τήβενναν τὰς μὲν τὸν περὶ Βίτωνα καὶ Κλέοβιν εἰκόνας ἐν Ἄργει φορεῖν φασί, τηβεννίδα δὲ αὐτὴν καλεῖν ἀξιοῦσιν» Πολυδ. Ζ΄, 61 (ἔνθα ἡ γραφὴ τηβεννὶς φαίνεται πλημμελής)· ἀλλ’ ὁ Διον. Ἁλ. 3. 61 ῥητῶς ἀμφισβητεῖ τὴν Ἑλληνικὴν ἀρχὴν τῆς λέξεως· «χιτῶνα πορφυροῦν χρυσόσημον καὶ περιβόλαιον πορφυροῦν ποικίλον, οἷα Λυδῶν τε καὶ Περσῶν ἐφόρουν οἱ βασιλεῖς, πλὴν οὐ τετράγωνόν γε τῷ σχήματι καθάπερ ἐκεῖνα ἦν, ἀλλ’ ἡμικύκλιον. Τὰ δὲ τοιαῦτα τῶν ἀμφιεσμάτων Ρωμαῖοι μὲν τόγας, Ἕλληνες δὲ τήβεννον καλοῦσιν, οὐκ’ οἶδ’ ὁπόθεν μαθόντες· Ἑλληνικὸν γὰρ οὐ φαίνεταί μοι τοὔνομα εἶναι».

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
c. τήβεννος.

Greek Monolingual

ἡ, Α
βλ. τήβεννος.

Russian (Dvoretsky)

τήβεννα:
1) тебенна, греческий плащ Polyb.;
2) римский плащ, римская одежда (лат. toga, paludamentum или trabea) Diod.: τ. λαμπρά Polyb. (лат. toga candida) кандидатская тога (соискателей государственных постов).

Frisk Etymology German

τήβεννα: -ος
{tḗbenna}
Grammar: f.
Meaning: Bez. eines Kleidungsstücks der Vornehmen, = lat. toga (hell. u.sp.);
Composita : τηβεννοφορέω ‘eine τ. tragen’ (Larissa IIa).
Derivative: Davon τηβεννίς (Poll., cod. τημενίς), -ικός ‘aus einer τ. bestehend’ (Str.), -ειος ‘zu T. gehörig’ (Suid.).
Etymology : Fremdwort unbek. Herkunft, nach den Alten von dem arkad. PN Τήμενος, Τήβεννος. Grošelj Živa Ant. 7, 229 vermutet orientalischen Ursprung, evtl. durch etruskische Vermittlung.
Page 2,890