Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τίναγμα

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: τίναγμα Medium diacritics: τίναγμα Low diacritics: τίναγμα Capitals: ΤΙΝΑΓΜΑ
Transliteration A: tínagma Transliteration B: tinagma Transliteration C: tinagma Beta Code: ti/nagma

English (LSJ)

[ῐ], ατος, τό,

   A a shake, quake, LXX Jb.28.26, AP9.139 (Claudian.).

German (Pape)

[Seite 1117] τό, das Geschwungene, Geschüttelte; die Erschütterung; Claudian. 2 (IX, 139).

Greek (Liddell-Scott)

τίναγμα: [ῐ], τό, ὡς καὶ νῦν, παλλομένοισι τινάγμασι χαλκὸν ἀράσσει Ἀνθ. Π. 9. 139· πόθοιο τινάγματα αὐτόθι 8. 159· ἀστραπῶν τ. Γρηγ. Ναζ. ΙΙΙ, 1039.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
secousse, ébranlement.
Étymologie: τινάσσω.

Greek Monolingual

το, ΝΜΑ τινάσσω
η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τινάζω
νεοελλ.
1. έντονη και γρήγορη ανακίνηση χαλιού, σεντονιού για την αποτίναξη της σκόνης, ξεσκόνισμα
2. απότομη και βίαιη αναπήδηση, τράνταγμα, κραδασμός («τα τινάγματα και τα απότομα φρεναρίσματα του αυτοκινήτου μέ ζάλισαν»)
3. εκσφενδόνιση, εκτίναξη
4. κατάρριψη τών καρπών δένδρου με απότομες κινήσεις τών κλαδιών ή με χτυπήματα («το τίναγμα της ελιάς»)
5. συνεκδ. πήδημα, άλμα
αρχ.
μτφ. σκίρτημα («πόθοιο τινάγματα», Ανθ. Παλ.).

Greek Monotonic

τίναγμα: [ῐ], -ατος, τό, τίναγμα, κούνημα, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

τίναγμα: ατος (ῐ) τό потрясение, сотрясение (τινάγμασι χαλκὸν ἀράσσειν Anth.).

Middle Liddell

τί˘ναγμα, ατος, τό,
a shake, quake, Anth.