Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τίφιος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: τίφιος Medium diacritics: τίφιος Low diacritics: τίφιος Capitals: ΤΙΦΙΟΣ
Transliteration A: típhios Transliteration B: tiphios Transliteration C: tifios Beta Code: ti/fios

English (LSJ)

[τῑ], α, ον, (τῖφος)

   A of or from the marsh, ὄρνεα Hsch.

German (Pape)

[Seite 1121] sumpfig, aus dem Sumpf, Hesych.

Greek (Liddell-Scott)

τίφιος: α, ον (τῖφος), ὁ ἐκ τοῦ ἕλους, ἑλώδης, «τίφια ὄρνεα· τὰ ἐν τοῖς ἕλεσι γινόμενα» Ἡσύχ.

Greek Monolingual

-ία, -ον, Α τῑφος
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε τίφος, ελώδης
2. (κατά τον Ησύχ.) «τίφια ὄρνεα
τὰ ἐν τοῑς ἕλεσι γινόμενα».