Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τίφυον

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: τίφυον Medium diacritics: τίφυον Low diacritics: τίφυον Capitals: ΤΙΦΥΟΝ
Transliteration A: típhyon Transliteration B: tiphyon Transliteration C: tifyon Beta Code: ti/fuon

English (LSJ)

τό,

   A autumn squill, Scilla autumnalis, Thphr.HP7.13.7 (τό τ' ἴφυον cj. Wimmer), CP1.10.5 (pl.).

German (Pape)

[Seite 1121] τό, eine zu Kränzen u. Sträußen gebrauchte Pflanze aus dem Narcissengeschlecht, vielleicht verwandt mit ἴφυον, Theophr.

Greek (Liddell-Scott)

τίφυον: τό, φυτὸν δι’ οὗ κατεσκεύαζον στεφάνους ἢ ἀνθοδέσμας, ἴσως συγγενὲς τῷ ἵφυον, Γαλλ. lavande (;) Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 7. 13, 7, π. Φυτ. Αἰτ. 1. 10, 5.

Greek Monolingual

τὸ, Α
ποώδες διακοσμητικό φυτό από το οποίο κατασκεύαζαν ανθοδέσμες και στεφάνια.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. συνδέεται πιθ. με τη λ. τῖφος «έλος»].