Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ταβλιόπη

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: ταβλιόπη Medium diacritics: ταβλιόπη Low diacritics: ταβλιόπη Capitals: ΤΑΒΛΙΟΠΗ
Transliteration A: tabliópē Transliteration B: tabliopē Transliteration C: tavliopi Beta Code: tablio/ph

English (LSJ)

ἡ, comic word, formed after Καλλιόπη,

   A a game at dice, AP11.373 (Pall.).

German (Pape)

[Seite 1063] ἡ, nach Καλλιόπη kom. gebildetes Wort, das Würfelspiel, Pallad. 53 (XI, 373).

Greek (Liddell-Scott)

ταβλιόπη: ἡ, κωμικὴ λέξις σχηματισθεῖσα κατὰ τὸ Καλλιόπη, παιγνίδιον κυβευτικόν, Ἀνθ. Π. 11. 373.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
jeu de dés.
Étymologie: τάβλα.

Greek Monolingual

ἡ, Α
παιχνίδι με ζάρια.
[ΕΤΥΜΟΛ. Κωμική λ. σχηματισμένη από τη λ. τάβλα κατά το Καλλιόπη.

Greek Monotonic

ταβλιόπη: ἡ, κωμική λέξη, σχημ. κατά το Καλλιόπη, παιχνίδι με ζάρια, σε Ανθ.

Middle Liddell

ταβλιόπη, ἡ,
comic word, formed after Καλλιόπη, a game at dice, Anth.