Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ταβλωτός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ταβλωτός Medium diacritics: ταβλωτός Low diacritics: ταβλωτός Capitals: ΤΑΒΛΩΤΟΣ
Transliteration A: tablōtós Transliteration B: tablōtos Transliteration C: tavlotos Beta Code: tablwto/s

English (LSJ)

όν,

   A boarded, δρύφακτοι Sch.Ar.V.348,385.

Greek Monolingual

-όν, Α
1. περιφραγμένος
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ταβλωτόν
περίφραξη με σανίδες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τάβλα + κατάλ. -ωτός (πρβλ. οδοντ-ωτός)].