Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ταξιάρχης

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ταξῐάρχης Medium diacritics: ταξιάρχης Low diacritics: ταξιάρχης Capitals: ΤΑΞΙΑΡΧΗΣ
Transliteration A: taxiárchēs Transliteration B: taxiarchēs Transliteration C: taksiarchis Beta Code: tacia/rxhs

English (LSJ)

ου, ὁ, less common form of ταξίαρχος, A.Fr.182.1 (acc. pl. -ας), Hippod. ap. Stob.4.1.94 (nom. pl. -αι); gen. pl. -έων is v.l. in Hdt.7.99, 9.53, but he uses nom. pl. ταξίαρχοι (v. ταξίαρχος) ; ταξιαρχῶν is so accented in Pl.Lg.755e, but acc. ταξιάρχους occurs ibid.; τ. used as a nickname, Cic.Att.16.11.3; cf.

   A ταξίαρχος 1.2 and 3b, 3c.

German (Pape)

[Seite 1068] ὁ, = ταξίαρχος; Aesch. frg. 168; Her. 7, 99. 9, 53; Arr. An. 2, 16, 11.

Greek (Liddell-Scott)

ταξιάρχης: -ου, ὁ, ἧττον κοινὸς τύπος τοῦ ταξίαρχος, Ἡρόδ. 7. 99., 9. 53, ἐν τῇ γεν. πληθ. ταξιαρχέων· ἀλλ’ ὁ αὐτὸς ἔχει τὸν τύπον ταξίαρχοι ὡς ὀνομ. πληθ. (ἴδε ταξίαρχος)· ἡ αἰτιατ. πληθ. -άρχας εἶναι ἀμφίβολος ἐν Αἰσχύλου Ἀποσπ. 181· καὶ ἡ γεν. ταξιαρχῶν, ὡς φέρεται ἐν Πλάτ. Νόμ. 755Ε, ἔδει πιθανῶς νὰ εἶναι ταξιάρχων, ὡς ἐν Ξεν. Κύρ. 2. 1, 23.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
c. ταξίαρχος.

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ
(στην αρχ. Ελλ.) διοικητής στρατιωτικού τάγματος ή μοίρας πλοίων
νεοελλ.
1. τίτλος βαθμοφόρου λατινικού μοναστικού τάγματος ιπποτών ο οποίος διοικεί μέλη υπαγόμενα στον ίδιο εκκλησιαστικό κανόνα και διαχειρίζεται εισοδήματα ή κλήρους γης
2. πρόσωπο που έχει τιμηθεί με το ένα από τα δύο παράσημα ανώτερων βαθμών μετά τον μεγαλόσταυρο
3. συνεκδ. το ίδιο το παραπάνω παράσημο
4. αρχηγός άτακτου σώματος στρατιωτών κατά την επανάσταση του 1821
νεοελλ.-μσν.
1. (κατά τη βυζαντινή περίοδο) μοναχός που είχε ως διακόνημα την τήρηση της τάξης τόσο κατά τις διάφορες εκκλησιαστικές ακολουθίες, όσο και για την εν γένει ζωή της μονής
2. εκκλ. (ως προσωνυμία τών αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ) ο αρχηγός τών επουράνιων στρατιών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τάξις + -άρχης (πρβλ. στρατ-άρχης)].

Greek Monotonic

ταξιάρχης: -ου, ὁ = ταξίαρχος, σε Ηρόδ. (γεν. πληθ. ταξιαρχέων).

Russian (Dvoretsky)

ταξιάρχης: ου ὁ Her. = ταξίαρχος.

Middle Liddell

ταξι-άρχης, ου, ὁ, = ταξίαρχος, Hdt.]