Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ταπείνωση

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

η / ταπείνωσις, -ώσεως, ΝΜΑ [[ταπεινῶ, -ώνω]]
η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ταπεινώνω, ηθική μείωση, εξευτελισμός
μσν.-αρχ.
ταπεινοφροσύνη, μετριοφροσύνη
αρχ.
1. ελάττωση ύψους
2. σμίκρυνση
3. ελάττωση οιδήματος
4. φαυλότητα ύφους
5. αστρολ. απόκλιση αστέρα ή πλανήτη.