Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ταπώνω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

Ν τάπα
1. κλείνω ένα αντικείμενο με τάπα, πωματίζω («τάπωσε το μπουκάλι για να μην εξατμιστεί το άρωμα»)
2. (στην καλαθοσφαίριση) χτυπώ την μπάλα κατά την άνοδό της προς τη στεφάνη για να μην σημειωθεί καλάθι
3. φρ. «ταπώνω κάποιον» — αποστομώνω.