Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ταρβέω

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ταρβέω Medium diacritics: ταρβέω Low diacritics: ταρβέω Capitals: ΤΑΡΒΕΩ
Transliteration A: tarbéō Transliteration B: tarbeō Transliteration C: tarveo Beta Code: tarbe/w

English (LSJ)

Boeot. τάρβειμι Hdn.Gr.2.930: (τάρβος):—intr., A to be frightened, alarmed, Il.2.268, al.; θάρσεο . . φρεσί, μηδέ τι τάρβει Il.24.171, cf. 21.288, Od.7.51, 18.331; οὐδέ τι θυμῷ ταρβεῖ οὐδὲ φοβεῖται nor feels fear, neither turns to flight, Il.21.575, cf.E.Ph. 361; τὼ μὲν ταρβήσαντε καὶ αἰδομένω βασιλῆα στήτην Il.1.331; πῶς δ' οὐχὶ ταρβεῖς τοιάδ' ἐκρίπτων ἔπη; A.Pr.932, cf. 898 (lyr.), Pers.685; τὸ ταρβοῦν a state of fear, E.Or.312; μή με ταρβήσας προδῷς from fear, S.Ph.757; ταρβήσασ' ἔχω Id.Tr.37; τεταρβηκώς fearstricken, E.IA857 (troch.); τ. φόβῳ S.Tr.176, E.HF971; τ. μὴ . . Od.16.179, S.OT1011, Tr.297, etc.; τ. ἀμφ' αὐτῷ μή . . A.R.3.459; τ. εἰπεῖν E.Ba.775. II c. acc., fear, dread, ταρβήσας χαλκόν Il. 6.469; πληθύν 11.405; τίς κέ σ' ἔτ' ἄλλος Ἀχαιῶν ταρβήσειεν 17.586, cf. A.Pr.960, Th.35, S.Tr.723, Theoc.21.62, etc. 2 stand in awe of, revere, σέβας, χρησμούς, A.Eu.700,714, cf. S.OC292.-- Poet. word, rare in Prose, as Epicur.Ep.3p.62U., Pl.Ax.370a, Plu. Ant.39.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1070] intrans. erschrecken, furchtsam, bestürzt sein, in Verwirrung gerathen, sich fürchten, scheuen; τὼ μὲν ταρβήσαντε καὶ αἰδομένω βασιλῆα στήτην, Il. 1, 331, wo es von ehrerbieriger Scheu gedraucht ist; πάϊς ταρβήσας χαλκόν, 6, 469; πληθὺν ταρβήσας, 11, 405. 17, 586; gew. absolut, wie 2, 268. 4, 388; neben φοβεῖται, 12, 46; μήτ' ἄρ τι λίην τρέε μήτε τι τάρβει, 21, 288; Ggstz θάρσει φρεσί, μηδέ τι τάρβει, 24, 171, vgl. Od. 18, 331; ταρβεῖ προσιόντα, Pind. frg. 76; μή τί σοι δοκῶ ταρβεῖν ὑποπτήσσειν τε τοὺς νέους θεούς; Aesch. Prom. 960, vgl. Eum. 407; χρησμοὺς τοὺς ἐμούς τε καὶ Διὸς ταρβεῖν κελεύω, ehren, 684; u. die andern Tragg.; mit folgdm μή, Soph. O. R. 1011, wie Eur. Andr. 185; auch c. inf., ταρβῶ εἰπεῖν τοὺς λόγους ἐλευθέρους, Bacch. 774; τεταρβηκώς, I. A. 857.

Greek (Liddell-Scott)

ταρβέω: (τάρβος) ἀμεταβ., κατέχομαι ὑπὸ τάρβους, ὑπὸ τρόμου, φοβοῦμαι, τρομάζω, Ἰλ. Β. 268, κλπ., Ὀδ. Η. 51, κλπ.· θάρσεο... φρεσί, μηδέ τι τάρβει Ἰλ. Ω. 171, πρβλ. Φ. 288, Ὀδ. Σ. 330, κλπ.· τ. φόβῳ Σοφ. Τρ. 176. Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 971· ― τ. μή... Ὀδ. Π. 179, Σοφ. Ο. Τ. 1011, Τρ. 297, κλπ.· τ. ἀμφί τινι Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 456· τ. εἰπεῖν Εὐρ. Βάκχ. 775· ― ἀπολ., οὐδέ τι θυμῷ ταρβεῖ οὐδὲ φοβεῖται, οὔτε φόβον δεικνύει οὔτε εἰς φυγὴν τρέπεται, Ἰλ. Φ. 575, πρβλ. Εὐρ. Φοιν. 361· τὼ μὲν ταρβήσαντε καὶ αἰδομένω βασιλῆα στήτην Ἰλ. Α. 331· πῶς δ’ οὐχὶ ταρβεῖς τοιάδ’ ἐκρίπτων ἔπη; Αἰσχύλ. Πρ. 932, πρβλ. 898, Πέρσ. 6?5· μετ’ ἀπαρ., τὸ ταρβεῖν, κατάστασις τάρβους, τρόμου, Εὐρ. Ὀρ. 312· μή με ταρβήσας προδῷς, ἐκ φόβου, Σοφ. Φιλ. 757· ταρβήσασ’ ἔχω ὁ αὐτ. ἐν Τρ. 37· τεταρβηκώς, καταληφθεὶς ὑπὸ τάρβους, τρόμου. Εὐρ. Ι. Α. 857. ΙΙ. μετ’ αἰτ., φοβοῦμαι, τρέμω, ταρβήσας χαλκὸν Ἰλ. Ζ. 469· πληθὺν Λ. 405 καὶ οὕτω, τίς κέ σ’ ἔτ’ ἄλλος Ἀχαιῶν ταρβήσειεν Ρ. 586· οὕτως Αἰσχύλ. Πρ. 960, Θήβ. 35, Σοφ. Τρ. 723, κλπ. 2) φοβοῦμαί τι, σέβας, χρησμοὺς Αἰσχύλ. Εὐμ. 700, 714, πργλ. Σοφ. Ο. Κ. 292. ― Ποιητικὴ λέξις, σπανία παρὰ τοῖς πεζογράφοις, ὡς Ἐπίκουρ. παρὰ Διογ. Λ. 10. 128, Πλάτ. Ἀξίοχ. 370Α, Πλούτ.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
1 être effrayé, s’effrayer : τι en qch, s’effrayer de qch ; avec μή, craindre de ou que;
2 particul. éprouver une crainte religieuse, respecter, vénérer.
Étymologie: τάρβος.

English (Autenrieth)

imp. τάρβει, ipf. τάρβει, aor. τάρβησα: be afraid, dread, intrans. and trans.

English (Slater)

ταρβέω
   1 be afraid of ἐμπείρων δέ τις ταρβεῖ προσιόντα νιν καρδίᾳ περισσῶς (sc. πόλεμον) fr. 110.

Greek Monotonic

ταρβέω: μέλ. ταρβήσω (τάρβος
I. αμτβ., κατέχομαι από φόβο, είμαι τρομαγμένος, τρομοκρατημένος, σε Όμηρ.· ταρβέω φόβῳ, σε Σοφ., Ευρ.· απόλ., δείχνω φόβο, σε Ομήρ. Ιλ., Αισχύλ.· τὸ ταρβεῖν, κατάσταση τρόμου, σε Ευρ.· μή με ταρβήσας προδῷς, από φόβο, σε Σοφ.· τεταρβηκώς, πανικοβλημένος, σε Ευρ.
II. 1. με αιτ., φοβάμαι, τρέμω, σε Ομήρ. Ιλ., Αισχύλ. κ.λπ.
2. στέκομαι με δέος, σέβομαι, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

ταρβέω: (эп. impf. iter. τάρβεσκον)
1) пугаться, страшиться, бояться: ἕζετο τάρβησέν τε Hom. он присел от страха; τ. φόβῳ Soph., Eur. бежать в страхе; τ. τι Hom. и τινα Aesch. бояться кого(чего)-л.;
2) относиться с благоговением, глубоко чтить (ἐνθυμήματά τινος Soph.): τ. τοὺς χρησμούς Aesch. благоговейно чтить оракулы.

Middle Liddell

ταρβέω, fut. -ήσω τάρβος
I. intr. to be frightened, alarmed, terrified, Hom.; τ. φόβῳ Soph., Eur.:— absol. to show fear, Il., Aesch.; τὸ ταρβεῖν a state of fear, Eur.; μή με ταρβήσας προδῷς from fear, Soph.; τεταρβηκώς fear-stricken, Eur.
II. c. acc. to fear, dread, Il., Aesch., etc.
2. to stand in awe of, revere, Aesch.

Frisk Etymology German

ταρβέω: {tarbéō}
Forms: böot. τάρβειμι (Hdn. Gr.), Aor. ταρβῆσαι, Perf. τετάρβηκα (E.),
Grammar: v.
Meaning: ‘(vor etw.) erschrekken, scheuen’ (ep. poet. seit Il., sporadisch in hell. u. sp. Prosa).
Composita : vereinzelt m. προ-, ὑπο-, ἐκ-,
Derivative: Daneben τάρβος n. Schrecken, Scheu (Ω 152 = 181, Trag., ganz vereinzelt in sp. Prosa); erweitert in ταρβοσύνη f. (σ 342) mit -συνος schreckhaft (A. Th. 240 [lyr.]) nach γηθοσύνη, -συνος (Wyss -σύνη 27 u. 38). Mehrere Adj.: ἀταρβής unerschrocken (Ν299, Pi. u.a.), sowohl auf ταρβέω wie auf τάρβος beziehbar. Rein verbal ἀτάρβητος ib. (Γ 63 u.a.), ebenso ἀτάρβακτος (s. bes.). Dazu ταρβαλέος furchtsam, fürchterlich (ep. poet. seit h. Merc.; nach σμερδαλέος, θαρσαλέος u.a.), ταρβήεις furchtsam (Nonn.), wie κοτήεις u.a., ταρβάλυξ, -υγος = ὁ ταρακτικός (Hdn. Gr. 2, 743; wie φεψάλυξ u.a.). Weitere Einzelheiten, bes. zum hom. Gebrauch, bei Ruijgh L’élém, ach. 163. Beim ersten Zusehen scheint ταρβέω ein Denominativum von τάρβος zu sein, aber sowohl Alter wie Frequenz der Belege sprechen dafür, daß τάρβος zu ταρβέω sekundär hinzugebildet worden ist (vgl. Risch ̨ 31b).
Etymology : Ohne sichere Etymologie. Seit Kuhn KZ 13, 454 mit aind. tarjati (ep. klass.) drohen, schelten verbunden; semantisch wenig tretend. Über weitere Kombinationen mit lat. torvus wild, finster, kymr. tarfu verjagen, russ. trevóga Unruhe, toch. A trak blind s. Mayrhofer, W.-Hofmann und Vasmer s. vv.; dazu noch mit älterer Lit. WP. 1, 736, Pok. 1076f.
Page 2,855-856