Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ταυτότητα

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

η / ταὐτότης, -ητος, ΝΜΑ ταὐτόν
το να είναι δύο πράγματα τα ίδια, η απόλυτη ομοιότητα ή ισότητα μεταξύ δύο πραγμάτων (α. «διαπιστώθηκε ταυτότητα απόψεων» β. «ταὐτότητι σημασίας», Ευστ.)
νεοελλ.
1. όλα τα μόνιμα και θεμελιώδη χαρακτηριστικά ενός ατόμου, πράγματος ή συνόλου, τα οποία αποτελούν την ατομικότητά του, δημιουργούν τη μοναδικότητά του, το διαφοροποιούν από τα άλλα και επιτρέπουν την αναγνώρισή του ως τέτοιου (α. «δεν εξακριβώθηκε ακόμη η ταυτότητα του δράστη» β. «βρίσκονται σε αναζήτηση της εθνικής τους ταυτότητας»)
2. έγγραφο που έχει εκδοθεί αρμοδίως ως αποδεικτικό του ονόματος, του επωνύμου, του πατρωνύμου και ορισμένων στοιχείων του κατόχου του, όπως ηλικία, φύλο, επάγγελμα κ.ά. και ειδικότερα δελτίο το οποίο εκδίδεται από τις αστυνομικές αρχές και το οποίο περιέχει, υποχρεωτικά, πλήρη ληξιαρχικά, δημοτικά και εκλογικά στοιχεία, το θρήσκευμα, φωτογραφία, διεύθυνση κατοικίας και υπογραφή του κατόχου του, και, προαιρετικά, αναγραφή της ομάδας αίματος και την επιθυμία του κατόχου του να γίνει δωρητής ιστών και οργάνων σώματος αν χρειαστεί
3. βραχιόλι στο οποίο αναγράφεται το όνομα του κατόχου
4. μαθ. ισότητα η οποία αληθεύει για κάθε αριθμητική τιμή τών μεταβλητών μεγεθών που περιέχει
5. φρ. α) «αρχή της ταυτότητας»
(λογ.) θεμελιώδης αρχή της σκέψης, σύμφωνα με την οποία κάθε πράγμα είναι ίδιο με τον εαυτό του, δηλαδή Α=Α, ή σύμφωνα με την οποία οι λογικές κατηγορίες πρέπει να διατηρούν την ίδια και απαράλλακτη σημασία στο πλαίσιο της ίδιας λογικής διεργασίας
β) «θεωρία ταυτότητας»
(φιλοσ.) (στη σύγχρονη υλιστική φιλοσοφία) η άποψη κατά την οποία ο νους και η ύλη, μολονότι είναι δυνατόν να γίνεται λογικός διαχωρισμός ανάμεσα τους, δεν είναι στην πράξη παρά μόνο διαφορετικές εκφάνσεις μιας και μόνης πραγματικότητας, η οποία είναι υλική
γ) «κοινωνική ταυτότητα»
(κοινων.-ψυχολ.) η εκ μέρους ενός ατόμου γνώση ότι ανήκει σε μία ή περισσότερες κοινωνικές ομάδες ή σε ένα έδαφος, μια χώρα, μια περιοχή, καθώς και η συναισθηματική και αξιολογική σημασία που προκύπτει από τη γνώση αυτή
μσν.-αρχ.
1. το να είναι κάτι σταθερό, αμετάβλητο («τῆς γνώμης ταὐτότητι», Ευσ.)
2. ενότητα, αρμονία («τὴν τῶν δογμάτων ταὐτότητα», Ωριγ.)
αρχ.
1. η ίδια κατάσταση («ἐν ταὐτότητι μεῑναι», πάπ.)
2. η διατήρηση της ίδιας κατάστασης ή της πλήρους ομοιότητας
3. μονοτονία
4. στον πληθ. αἱ ταὐτότητες
οι επαναλήψεις («ἀνέπλασαν κατὰ περιόδους ταὐτότητας», Ωριγ.).