Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ταχυεργία

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Full diacritics: τᾰχῠεργία Medium diacritics: ταχυεργία Low diacritics: ταχυεργία Capitals: ΤΑΧΥΕΡΓΙΑ
Transliteration A: tachyergía Transliteration B: tachyergia Transliteration C: tachyergia Beta Code: taxuergi/a

English (LSJ)

ἡ,

   A quickness in working, X.Cyr.7.1.19.    II hastiness, App.Pun.33.

German (Pape)

[Seite 1076] ἡ, Schnelligkeit im Arbeiten, rasches Vollenden, Xen. Cyr. 7, 1, 19 u. Sp., wie App. B. C. 1, 112.

Greek (Liddell-Scott)

τᾰχυεργία: ἡ, ταχύτης ἐν τῷ ἐργάζεσθαι, Ξεν. Κύρ. 7. 1, 19. ΙΙ. ἀστάθεια, ἀστασία, Ἀππ. Καρχηδ. 33.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
promptitude à exécuter, diligence.
Étymologie: ταχυεργός.

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ ταχυεργός
ταχύτητα κατά τη διεξαγωγή έργου
αρχ.
1. το να σπεύδει κανείς, σπουδή
2. αστάθεια.

Greek Monotonic

τᾰχυεργία: ἡ, ταχύτητα στην εργασία, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

τᾰχῠεργία: ἡ быстрота действий Xen.

Middle Liddell

τᾰχυεργία, ἡ,
quickness in working, Xen. [from τᾰχυεργός]