Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ταύρος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

ο / ταῡρος, ΝΜΑ
1. αρσενικό, γεννητικά ώριμο, και μη ευνουχισμένο βόδι
2. ως κύριο όν. ο Ταύρος
α) αστρον. ο δεύτερος κατά σειράν αστερισμός του ζωδιακού κύκλου ο οποίος εκτείνεται μεταξύ τών αστερισμών του Περσέως, του Κριού, του Κήτους, του Ηριδανού, του Ωρίωνος, τών Διδύμων και του Ηνιόχου και ο οποίος έχει σχήμα ταύρου
β) αστρολ. το δεύτερο σημείο της ζωδιακής ζώνης, που καλύπτει τη χρονική διάρκεια από 20 Απριλίου ώς 20 Μαΐου
νεοελλ.
1. μτφ. δυνατός ή υγιής άνθρωπος, εύρωστος και ρωμαλέοςείναι δυνατός σαν ταύρος»)
2. φρ. α) «όρμησε [ή χύμηξε] σαν ταύρος» — όρμησε ή [χύμηξε] με εξαιρετικό μένος
β) «κάνει [ή συμπεριφέρεται] σαν ταύρος σε υαλοπωλείο» — λέγεται για άτομα παρορμητικά και επιθετικά που συμπεριφέρονται βάρβαρα χωρίς να ελέγχουν τις πράξεις τους
αρχ.
1. ιερέας του Ταυρείου Ποσειδώνος
2. το μεταξύ τών όρχεων και του πρωκτού τμήμα του σώματος, η κοχώνη
3. (κατά τον Φώτ.) το αιδοίο
4. (κατά το λεξ. Σούδα) το πέος
5. (στη Λυκία) είδος πλοίου με κεφάλι ταύρου ως διακόσμηση
6. μτφ. (για τον Οιδίποδα) άνθρωπος μαινόμενος που συμπεριφέρεται σαν ταύρος τσιμπημένος από οίστρο ο οποίος τρέπεται σε φυγή αναζητώντας καταφύγιο στα δάση («φοιτᾷ γὰρ ὑπ' ἀγρίαν ὕλαν ἀνὰ τ' ἄντρα καὶ πέτρας, ὡς ταῡρο», Σοφ.)
7. στον πληθ. ταῡροι
(κατά τον Ησύχ.) «οἱ παρὰ Ἐφεσίοις οἰνοχόοι»
8. παροιμ. φρ. «ἄπεχε τῆς βοὸς τὸν ταῡρον» — η προφητεία της Κασσάνδρας σχετικά με τον Αγαμέμνονα και τη σύζυγό του Κλυταιμνήστρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ταῦρος αντιστοιχεί ακριβώς με τα λατ. taurus, οσκ. ταυρομ, λιθουαν. taūras, αρχ. σλαβ. turŭ και ρωσ. tur. Αβέβαιη παραμένει η σύνδεση τών προηγούμενων ινδοευρωπαϊκών τ. με τους τ. της Σημιτικής: ακκαδ. šūru, αραμ. tōr, εβρ. šōr. Αμφίβολη επίσης θεωρείται η σύνδεση της λ. με τον τ. ταΰς
ΠΑΡ. ταύρειος, ταυρικός
αρχ.
ταυρηδόν, ταυρίδιον, ταυρίνδα, ταυροῦμαι, ταυρώ, ταυρῶ, ταυρώδης, ταυρών
αρχ.-μσν.
ταυριανός, ταυρωπός
νεοελλ.
ταυρήσιος, ταυρί.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) ταυροειδής, ταυρομαχία, ταυρόμορφος
αρχ.
ταυραφέτης, ταυρέλαφος, ταυρηλάτης, ταυροβόας, ταυροβόλος, ταυροδέτης, ταυρόδετος, ταυροθηρία, ταυρόθυτος, ταυροκαθάπτης, ταυρόκερως, ταυροκέφαλος, ταυροκτόνος, ταυρομέτωπος, ταυροπάτωρ, ταυροπόλος, ταυρόπους, ταυρόπρῳρος, ταυροσφάγος, ταυροφάγος, ταυροφανής, ταυρόφθαλμος, ταυρόφθογγος, ταυροφόνος, ταυροφόρος
αρχ.-μσν.
ταυροβόρος, ταυροκάρηνος, ταυρόκολλα, ταυροπρόσωπος, ταυροφυής
μσν.
ταυρόδερμος, ταυρολέτωρ, ταυρόνους
νεοελλ.
ταυροθήρας, ταυρομάχος, ταυρόσκυλος. (Β' συνθετικό) αρχ. θεόταυρος, ιππόταυρος, ισόταυρος, μοσχόταυρος].