Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τεφράς

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: τεφράς Medium diacritics: τεφράς Low diacritics: τεφράς Capitals: ΤΕΦΡΑΣ
Transliteration A: tephrás Transliteration B: tephras Transliteration C: tefras Beta Code: tefra/s

English (LSJ)

άδος, ὁ,

   A ash-coloured, a kind of τέττιξ, Ael. NA10.44.

German (Pape)

[Seite 1102] άδος, ὁ, der aschenartige, Beiwort der τέττιξ, Ael. H. A. 10, 44.

Greek (Liddell-Scott)

τεφράς: -άδος, ὁ, ὁ ἔχων τὸ χρῶμα τῆς τέφρας, εἶδος τέττιγος, Αἰλ. π. Ζ. 10. 44.

French (Bailly abrégé)

άδος
adj. m;
c.
τεφρός.
Étymologie: τέφρα.

Greek Monolingual

-άδος, ὁ, Α
(για ένα είδος τέττιγα) αυτός που έχει το χρώμα της τέφρας, σταχτής («γένη καὶ τεττίγων οὐκ ὀλίγα ἦν
ὁ μὲν γὰρ τεφρὰς ἐκ τῆς χρόας ὀνομάζεται», Αιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < τέφρα + κατάλ. -άς, -άδος (πρβλ. λευκ-άς)].