Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τεφρακός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: τεφρᾰκός Medium diacritics: τεφρακός Low diacritics: τεφρακός Capitals: ΤΕΦΡΑΚΟΣ
Transliteration A: tephrakós Transliteration B: tephrakos Transliteration C: tefrakos Beta Code: tefrako/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A made from ashes, of eye-salves, τὰ σποδιακὰ καὶ τὰ τ. καλούμενα Aët.7.105 (s. v.l.).

Greek Monolingual

-ή, -όν, Α
(για φάρμακο που χρησιμοποιούσαν για τους οφθαλμούς) κατασκευασμένο από τέφρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τέφρα + επίθημα -ακός (πρβλ. μαλθ-ακός)].