Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τεχνῖτις

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: τέχνῑτις Medium diacritics: τεχνῖτις Low diacritics: τεχνίτις Capitals: ΤΕΧΝΙΤΙΣ
Transliteration A: technîtis Transliteration B: technitis Transliteration C: technitis Beta Code: te/xnitis

English (LSJ)

(properisp.), ιδος, fem. of τεχνίτης, of an accomplished courtesan, AP11.73 (Nicarch.), cf. Luc. Tox.13.    2 crafts-woman, Delph.3(2).230, 3(3).54 (ii B.C.), Chor. 23.5 p.254 F.-R.: as Adj., ἡ πάντων τ. σοφία LXX Wi.7.22; τούτου τοῦ ἐνεργήματος (sc. respiration) τεχνίτιδες φῦσαι Herm ap.Stob.1.49.69.

German (Pape)

[Seite 1103] ιδος, ἡ, fem. von τεχνίτης, Künstlerinn, Sp., bei Nicarch. 4 (XI, 73) eine ausgelernte Buhlerinn.

Greek (Liddell-Scott)

τεχνῖτις: -ιδος, θηλυκ. τοῦ τεχνίτης, ἐπὶ πόρνης, ἡ γινώσκουσα πολλὰ τεχνάσματα ὅπως ἐφελκύσῃ ἐραστάς, Ἀνθ. Π. 11. 73, πρβλ. δεινὴ καὶ τἆλλα τεχνῖτις ἐπισπάσασθαι ἐραστὴν Λουκ. Τόξαρ. 13.

French (Bailly abrégé)

ίτιδος (ἡ) :
fém. de τεχνίτης.

Greek Monolingual

-ίτιδος, ἡ, Α
βλ. τεχνίτης.

Greek Monotonic

τεχνῖτις: -ιδος, θηλ. του τεχνίτης, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

τεχνῖτις: ιδος ἡ искусница, мастерица Luc., Anth.

Middle Liddell

τεχνῖτις, ιδος, [fem. of τεχνίτης, Anth.]