Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τηλικόσδε

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: τηλῐκόσδε Medium diacritics: τηλικόσδε Low diacritics: τηλικόσδε Capitals: ΤΗΛΙΚΟΣΔΕ
Transliteration A: tēlikósde Transliteration B: tēlikosde Transliteration C: tilikosde Beta Code: thliko/sde

English (LSJ)

ήδε, όνδε, and τηλῐκοῦτος, αύτη, οῦτον (also τηλικοῦτος as fem., S.OC751, El.614; and -οῦτο in neut., Alex.244), strengthd. forms of τηλίκος (as ὅδε, οὗτος of ὁ, τημοῦτος of τῆμος, A v. οὗτος A); the latter being more common in Prose: I of persons, of such an age, usu. meaning so old, with a part., τηλικόσδ' ὤν E.Alc.643, cf. Pl.Ap.34e, etc.; γεγῶσα τηλικήδ' ὅμως E.Fr.533; τηλικοῦτος ὤν Ar.Eq.881, Antiph.261, Pl.Grg. 489b, etc.: without part., τηλικόσδε, τηλικοῦτος, S.OC735, El. 614; νοῦς τηλικοῦτος the mind of one so old as he is, Id.Ant. 767; τηλικῷδε ἀνθρώπῳ Pl.Ap.37d: pleonast., τηλικοίδε γέροντες ἄνδρες Id.Cri.49a (s.v.l.): with Art., διδάσκεσθαι βαρὺ τῷ τηλικούτῳ A.Ag.1620, v. infr. 3. 2 of degrees of youth, so young, τηλικάσδ' ὁρῶν πάντων ἐρήμους girls of so tender age, S. OT1508, cf. OC1116; ἀεί σε κηδεύουσα . . τηλικοῦτος ib.751; ὃν εἰ τηλικοῦτον ὄντα ἀπεκτείνατε . . Lys.14.16, cf. Pl.R.378d, Prt. 361e. 3 repeated in opp. senses, οἱ τηλικοίδε καὶ διδαξόμεσθα δὴ φρονεῖν ὑπ' ἀνδρὸς τηλικοῦδε τὴν φύσιν; shall we old as we are take lessons forsooth from one so young? S.Ant.726; σὺ ἐμοῦ σοφώτερος εἶ τηλικούτου ὄντος τηλικόσδε ὤν you though so young are wiser than I though so old, Pl.Ap.25d. II so great, so large, = τόσος, τοσόσδε, ἐμὲ τηλικόνδε ὄντα the size I am, Id.Tht.155b; τ. κακά Lyc.819, cf. Ath.9.380d; τὰ τ. Pl.Ax.370c: mostly in the stronger form, ἡ τηλικαύτη [πόλις] Id.R.423b; ἀνὴρ τ. ὤν being so great, X.HG6.4.31; ἡ τ. ἀρχή, τ. ἔχθρα, Pl.Lg.755b, 928e; τ. κακά, τ. ἀγαθόν, X.Mem.2.1.5, 4.4.8; τ. [ἀδικήματα] D.18.13; τ. τιμωρίαι Aeschin.1.173; πεπραγμένα τ. τὸ μέγεθος Isoc.5.151, cf. 98; τηλικαύτην βλάβην PCair.Zen.378.11 (iii B.C.):—τηλικοῦτος is freq. conjoined with τοιοῦτος and τοσοῦτος, νησύδρια τοιαῦτα καὶ τ. so small, Isoc.12.70; τ. καὶ τοιοῦτον σύστημα Pl.Lg.686b; τ. καὶ τοσοῦτος θεός Id.Smp.177a; τοσοῦτοι καὶ τ. θόρυβοι Aeschin.1.174; τ. καὶ τοσαῦτ' ἀγαθά D.19.24; οἱ τ. καὶ τοιοῦτοι τῷ γένει Men.Epit.120.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

τηλῐκόσδε: ήδε, όνδε, καὶ τηλικοῦτος, αύτη, οῦτον, (καὶ τηλικοῦτος ὡς θηλ., Σοφ. Ο. Κ. 751, Ἠλ. 614· καὶ οὐδ. τηλικοῦτο, πρὸς τὸ τηλικοῦτο φῶς παρ’ Ἀλέξιδι ἐν «Ὑποβολιμαίῳ» 1), ἐπιτεταμένοι τύποι τοῦ τηλίκος (ὡς τὰ ὄδε, οὗτος εἶναι ἐπιτετάμ. τύποι τοῦ ὁ· τημόσδε, τημοῦτος τοῦ τῆμος, ἴδε οὗτος Α)· οὖτοι δὲ οἱ τύποι εἶναι κοινότεροι παρὰ τοῖς πεζολόγοις: Ι. ἐπὶ προσώπων, ὁ τοιαύτην ἔχων ἡλικίαν, συνηθέστερον ἀναφερόμενον εἰς μεγάλην ἢ γεροντικὴν ἡλικίαν, μετὰ μετοχ., τηλικόσδ’ ὤν Εὐρ. Ἄλκ. 643, πρβλ. Πλάτ. Ἀπολ. 34Ε, κλπ.· γεγῶσα τηλικήδ’ ὅμως Εὐρ. Ἀποσπ. 537· τηλικοῦτος ὢν Ἀντιφάν. ἐν Ἀδήλ. 58, Πλάτ. Γοργ. 489Β, κλπ.· ὡσαύτως ἄνευ μετοχ., τηλικόσδε, τηλικοῦτος Σοφ. Ο. Κ. 735, 751, Ἀριστοφ. Ἱππ. 881, Πλάτ., κλπ.· νοῦς τηλικοῦτος, νοῦς ἀνθρώπου τῆς ἡλικίας αὐτοῦ, Σοφ. Ἀντ. 767· τηλικῷδε ἀνθρώπῳ Πλάτ. Ἀπολ. 37D· πλεοναστ., τηλικοίδε γέροντες ἄνδρες ὁ αὐτ. ἐν Κρίτωνι 49Α· - μετ’ ἄρθρου, διδάσκεσθαι βαρὺ τῷ τηλικούτῳ Αἰσχύλ. Ἀγ. 1620, ἴδε κατωτ. 3, πρβλ. Πλάτ. Πρωτ. 361Ε, κλπ. 2) ἐπὶ προσώπων πολὺ νέων τὴν ἡλικίαν, τηλικάσδ’ ὁρῶν πάντων ἐρήμους, κοράσια τόσον μικρὰ τὴν ἡλικίαν, Σοφ. Ο. Τ. 1508, πρβλ. Ο. Κ. 1116· ἀεί σε κηδεύουσα... τηλικοῦτος αὐτόθι 751, πρβλ. Ἠλ. 614· ὃν εἰ τηλικοῦτον ὄντα ἀπεκτείνατε... Λυσί. 141. 10, πρβλ. Πλάτ. Πολ. 378D. 3) ἐπαναλαμβανόμενον μετὰ ἐναντίας ἐννοίας: οἱ τηλικοίδε καὶ διδαξόμεσθα δὴ φρονεῖν ὑπ’ ἀνδρὸς τηλικοῦδε τὴν φύσιν, ἡμεῖς τόσον γέροντες θὰ διδαχθῶμεν ὑπ’ ἀνδρὸς τοσοῦτον νέου, Σοφ. Ἀντ. 726· σὺ ἐμοῦ σοφώτερος εἶ τηλικούτου ὄντος τηλικόσδε ὤν, σὺ τόσον νέος εἶσαι σοφώτερος ἐμοῦ τοσοῦτον γέροντος, Πλάτ. Ἀπολ. 25D. ΙΙ. ἐπὶ πραγμάτων, τόσον μέγας, = τόσος, τοσόσδε, Λατ. tantus, ἐμὲ τηλικόνδε ὄντα ὁ αὐτ. ἐν Θεαιτ. 155Β· ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐν τῇ ἐπιτεταμένῃ μορφῇ, ἡ τηλικαύτη πόλις ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 423Β· ἀνὴρ τ. ὤν, τόσον μέγας, Ξεν. Ἑλλ. 6. 4, 31· ἡ τ. ἀρχή, τ. ἔχθρα Πλάτ. Νόμ. 755Β, 928Ε· τ. κακά, τ. ἀγαθὸν Ξενοφ. Ἀπομν. 2. 1, 5., 4. 4, 8· τ. ἀδικήματα Δημ. 229. 17· τ. τιμωρίαι Αἰσχίν. 24. 35· τ. τὸ μέγεθος ἀγαθὰ Ἰσοκρ. 115Ε, πρβλ. 102Α· - τηλικοῦτος συχνάκις συνάπτεται μετὰ τοῦ τοιοῦτος, ὡς τὰ Λατιν. tantus et talis, νησύδρια τοιαῦτα καὶ τηλ. ὁ αὐτ. 247Α· τ. καὶ τοιοῦτον σύστημα Πλάτ. Νόμ. 686Β· τ. καὶ τοιοῦτος θεὸς ὁ αὐτ. ἐν Συμπ. 177Α· τοσοῦτοι καὶ τ. θόρυβοι Αἰσχίν. 24. 41· τ. καὶ τοιαῦτα Δημ. 348. 18. - Ἡ σημασία αὕτη φαίνεται ὅτι περιορίζεται εἰς τοὺς πεζολόγους.

French (Bailly abrégé)

ήδε, όνδε;
c. τηλίκος.
Étymologie: τηλίκος, -δε.

Greek Monolingual

-ήδε, -όνδε, Α
1. αυτός που έχει τέτοια ηλικία (α. «ὅς τηλικόσδ' ὤν κἀπὶ τέρμ' ἥκων βίου», Ευρ.
β. «τηλικοίδε γέροντες ἄνδρες», Πλάτ.
γ. «τηλικάσδ' ὁρῶν πάντων ἐρήμους», Σοφ.)
2. τόσο μεγάλος («ἐμὲ τηλικόνδε ὄντα», Πλάτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < τηλίκος, κατά την αντων. ὅδε].

Greek Monotonic

τηλῐκόσδε: -ήδε, -όνδε και τηλικοῦτος, -αύτη, -οῦτον (επίσης τηλικοῦτος ως θηλ.), επιτετ. τύποι του τηλίκος (όπως τα ὅδε, οὗτος είναι επιτετ. τύποι του
I. λέγεται για πρόσωπα, τέτοιος που έχει τέτοια ηλικία, τέτοιας ηλικίας, τηλικόσδ' ὤν, σε Σοφ. κ.λπ.· ηλικιωμένος όπως εγώ, σε Ευρ.· νοῦς τηλικοῦτος, νους ανθρώπου τόσο ηλικιωμένου όσο είναι αυτός, σε Σοφ.· λέγεται για πρόσωπα πολύ νέα στην ηλικία, τηλικάσδ' ὁρῶν πάντων ἐρήμους, κορίτσια τόσο μικρά στην ηλικία, στον ίδ. κ.λπ.· επαναλαμβανόμενο με τις αντίθετες έννοιες, οἱ τηλικοίδε καὶ διδαξόμεσθα δὴ φρονεῖν ὑπ' ἀνδρὸς τηλικοῦδε, εμείς που είμαστε τόσο γέροντες θα διδαχθοῦμε από άνδρα τόσο νέο, στον ίδ.
II. λέγεται για πράγματα, τόσο μεγάλα, τόσο σπουδαία, Λατ. tantus, σε Πλάτ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

τηλικόσδε: и τηλῐκ-οῦτος, τηλῐκαύτη (реже τηλῐκοῦτος), τηλῐκοῦτο(ν)
1) такого возраста, стольких лет: τ. ὤν Eur., Plat. будучи в таком возрасте; οἴκτισόν σφας, ὧδε τηλικάσδ᾽ ὁρῶν Soph. сжалься над ними, ты видишь (ведь) как они молоды;
2) столь большой (ἡ τηλικαύτη πόλις Plat.): τοσαῦτα καὶ τηλικαῦτα τὸ μέγεθος διαπράξασθαι Isocr. совершить столько великих дел.

Middle Liddell

[strengthd. forms of τηλίκος as ὅδε, οὗτος of ὁ]
I. of persons, of such an age, τηλικόσδ' ὤν Soph., etc.; old as I am, Eur.; νοῦς τηλικοῦτος the mind of one so old as he is, Soph.:—of extreme youth, so young, τηλικάσδ' ὁρῶν πάντων ἐρήμους girls of so tender age, Soph., etc.:—repeated in opp. senses, οἱ τηλικοίδε καὶ διδαξόμεσθα δὴ φρονεῖν ὑπ' ἀνδρὸς τηλικοῦδε we old as we are shall take lessons forsooth from one so young, Soph.
II. of things, so great, so large, Lat. tantus, Plat., etc.

English (Woodhouse)

τηλικόσδε = of such an age, so big, so great, so large, so old, so young

⇢ Look up "τηλικόσδε" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)