Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τιαραφόρος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: τῐᾱραφόρος Medium diacritics: τιαραφόρος Low diacritics: τιαραφόρος Capitals: ΤΙΑΡΑΦΟΡΟΣ
Transliteration A: tiaraphóros Transliteration B: tiaraphoros Transliteration C: tiaraforos Beta Code: tiarafo/ros

English (LSJ)

ον,

   A wearing a tiara, Max.Tyr.26.7 (v.l. τιαροφόρος).

Greek Monolingual

και τιαρηφόρος και τιαροφόρος, -ον, ΜΑ
αυτός που φορεί τιάρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τιάρα + -φόρος (< φέρω)].