Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τληπάθεια

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: τληπάθεια Medium diacritics: τληπάθεια Low diacritics: τληπάθεια Capitals: ΤΛΗΠΑΘΕΙΑ
Transliteration A: tlēpátheia Transliteration B: tlēpatheia Transliteration C: tlipatheia Beta Code: tlhpa/qeia

English (LSJ)

[πᾰ], ἡ,

   A patience, endurance, Sor.1.3, Hierocl. in CA 11p.442M.

German (Pape)

[Seite 1123] ἡ, das Leid, Unglück, u. das Ertragen desselben, Duldsamkeit, Hierocl. u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

τληπάθεια: ἡ, = ταλαιπωρία, Ἱεροκλῆς σ. 126, Κ. Μανασσ. Χρον. 1003, Ἡρῳδιαν. Ἐπιμερ. σ. 134. - Καθ’ Ἡσύχ.: «τληπάθειαι· ὑπομοναί, ταλαιπωρίαι».

Greek Monolingual

ἡ, ΜΑ τληπαθής
ταλαιπωρία, κακοπάθεια.