Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τμῆμα

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: τμῆμα Medium diacritics: τμῆμα Low diacritics: τμήμα Capitals: ΤΜΗΜΑ
Transliteration A: tmē̂ma Transliteration B: tmēma Transliteration C: tmima Beta Code: tmh=ma

English (LSJ)

ατος, τό, (τέμνω)

   A part cut off, section, piece, Pl.Smp.191d, al.; segment of a line, Id.R.509d, Euc.2.11, etc.; of a circle (i.e. portion cut off by a chord), Arist.Metaph.1035a34 (pl.), APr.41b18, Mete. 343a12, Euc.3 Def.6, etc.; also of the portion cut off by radii, sector, τὰ ἀφαιρούμενα ὑπὸ τῶν ἐκ τοῦ κέντρου [τμήματα] Arist. Cael.290a3, cf. Str.2.5.34; of lunes, ὁ τετραγωνισμὸς ὁ διὰ τῶν τμημάτων Arist.Ph. 185a16; of segments of other figures cut off by straight lines or planes, Democr.155, Archim.Con.Sph.Prooem., al.; and of segments bounded by a circle and a circumscribed polygon, Papp.316.2.    2 cut, incision, wound, Pl.Grg.476c.    3 section of a book, Ps.-Ammon. in APr.67.39.    4 Astrol., division between two zodiacal signs, Serapio in Cat.Cod.Astr.8(4).230.

German (Pape)

[Seite 1123] τό, das Geschnittene, Abgeschnittene, Abschnitt, Stück; Plat. oft, τὸ ἀπὸ τούτου τμῆμα, Polit. 267 b; Plut. Lys. 19 u. A.; – der Schnitt, Plat. εἰ μέγα γε ἢ βαθὺ τὸ τμῆμα ἢ ἀλγεινόν, Gorg. 476 c.

Greek (Liddell-Scott)

τμῆμα: τό, (τέμνω, τμήγω) μέρος ἀποκεκομμένον, τεμάχιον, ἀπόκομμα, κομμάτι, μέρος, Πλάτ. Συμπ. 191D, κ. ἀλλ.· τμῆμα κύκλου, Ἀριστ. Μετὰ τὰ Φυσ. 6. 10, 10, κ. ἀλλ.· ὁ τετραγωνισμὸς ὁ διὰ τῶν τμημάτων ὁ αὐτ. ἐν Φυσ. 1. 2, 4. 2) ἐγκοπή, ἐντομή, τραῦμα, Πλάτ. Γοργ. 476C.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
1 morceau coupé, section, part ; t. de math. segment de cercle;
2 coupure, incision.
Étymologie: τέμνω.

Greek Monolingual

το / τμῆμα, -ήματος, ΝΜΑ, και δωρ. τ. τμᾱμα, -άματος, Α
1. τεμάχιο, κομμάτι
2. υποδιαίρεση, μέρος ενός συνόλου (α. «μεγάλο τμήμα του δάσους κάηκε» β. «τὰ τῆς οἰκουμένης τμήματα», Γρηγ. Ναζ.)
3. μαθ. το επακριβώς καθορισμένο μέρος μιας ευθείας, μιας επιφάνειας, ενός στερεού ή, γενικά, ενός συνόλου
4. φρ. α) «τμήμα κυκλικό» ή «τμῆμα κύκλου»
μαθημ. το μέρος της επιφάνειας του κύκλου που ορίζεται από ένα τόξο της περιφέρειάς του και της αντίστοιχης χορδής
β) «τμήμα σφαιρικό» ή «τμῆμα σφαίρας» — το μέρος της σφαίρας το οποίο αποσπάται από ένα τέμνον επίπεδο ή περιλαμβάνεται μεταξύ δύο παράλληλων επιπέδων
νεοελλ.
1. κλάδος δημόσιας ή ιδιωτικής υπηρεσίας ο οποίος επιτελεί συγκεκριμένο έργο, καθώς και τα γραφεία στα οποία στεγάζεται, αλλ. τομέας (α. «τμήμα εσόδων και εξόδων της εφορίας» β. «τμήμα καταθέσεων της τράπεζας»)
2. μουσ. η υποδιαίρεση της οκτάβας σε έναν αριθμό ίσων μερών κατά τρόπο που να εξυπηρετεί τον καθορισμό του ακριβούς λόγου τών συνεχών διαστημάτων τα οποία απαρτίζουν μία κλίμακα, είτε αυτά ονομάζονται μείζονες, ελάσσονες και ελάχιστοι τόνοι, όπως στη βυζαντινή μουσική, είτε απλώς τόνοι και ημιτόνια, όπως στην ευρωπαϊκή
3. φρ. α) «αστυνομικό τμήμα» ή, απλώς, «τμήμα» — αστυνομική υπηρεσία της οποίας η δικαιοδοσία εκτείνεται σε μια συγκεκριμένη περιοχή, καθώς και τα γραφεία στα οποία στεγάζεται
β) «εκλογικό τμήμα»
i) περιοχή που αντιστοιχεί σε ορισμένο αριθμό εκλογέων
ii) συνεκδ. ο χώρος όπου διεξάγεται η ψηφοφορία στην περιοχή αυτή κατά τις εκλογές
αρχ.
1. εγκοπή, τραύμα («καὶ εἰ μέγα γε ἤ βαθύ τὸ τμῆμα ἤ ἀλγεινόν», Πλάτ.)
2. αστρολ. διαίρεση μεταξύ δύο ζωδιακών σημείων
3. αστρον. το 1/120 της διαμέτρου του κύκλου
4. κεφάλαιο βιβλίου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. τμη- του τέμνω (βλ. και λ. τμή-γω) + κατάλ. -μα].

Greek Monotonic

τμῆμα: -ατος, τό (τέμνω, τμήγω
1. μέρος αποκομμένο, τεμάχιο, κομμάτι, σε Πλάτ.
2. εγκοπή, εντομή, τραύμα, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

τμῆμα: ατος τό
1) отрезанная часть, отрезок, кусок Plat.;
2) сегмент (круга) Arst.;
3) надрез, порез Plat.

Middle Liddell

τμῆμα, ατος, τό, τέμνω, τμήγω
1. a part cut off, a section, piece, Plat.
2. a cut, incision, wound, Plat.